614 αποτελέσματα για «高»

高枕 たかまくら

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλό προσκέφαλο
高吟 こうぎん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δυνατή απαγγελία (ποιήματος)
  2. 02 ποιήματα (κάποιου άλλου)
高閣 こうかく

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλό κτίριο, ψηλό ράφι
高野槙 こうやまき

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πεύκο ομπρέλα (Sciadopitys verticillata), πεύκο παρασόλ, κογιαμάκι
高優先 こうゆうせん

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή προτεραιότητα
高水準言語 こうすいじゅんげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα υψηλού επιπέδου
高機 たかばた

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακός ιαπωνικός αργαλειός με ποδοστήριο και όρθιο πλαίσιο
高級船員 こうきゅうせんいん

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματικός πλοίου
高祖母 こうそぼ

ουσιαστικό

  1. 01 προπρογιαγιά
高土間 たかどま

ουσιαστικό

  1. 01 υπερυψωμένο τμήμα του δαπέδου (για παράδειγμα σε θέατρο καμπούκι)
高校卒業生 こうこうそつぎょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος λυκείου
高床式倉庫 たかゆかしきそうこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη με υπερυψωμένο δάπεδο, σιταποθήκη χτισμένη πάνω σε πασσάλους
高等専門学校 こうとうせんもんがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη τεχνική σχολή
高高度飛行 こうこうどひこう

ουσιαστικό

  1. 01 πτήση σε μεγάλο υψόμετρο
高所作業車 こうしょさぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εναέριο ανυψωτικό μηχάνημα, πλατφόρμα εργασίας σε ύψος, τηλεσκοπικός γερανός, καλαθοφόρο όχημα
高レベル廃棄物 こうレベルはいきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλής ραδιενέργειας απόβλητα
高射特科 こうしゃとっか

ουσιαστικό

  1. 01 αντιαεροπορικό πυροβολικό
高曇 たかぐもり

ουσιαστικό

  1. 01 συννεφιασμένος με ψηλά σύννεφα
高気密 こうきみつ

ουσιαστικό

  1. 01 καλή αεροστεγανότητα, υψηλή αεροστεγανότητα
高弾性 こうだんせい

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλή ελαστικότητα