556 αποτελέσματα για «上»
上海協力機構 しゃんはいきょうりょくきこう
ουσιαστικό
- 01 Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης
上院議会 じょういんぎかい
ουσιαστικό
- 01 γερουσία
上昇限度 じょうしょうげんど
ουσιαστικό
- 01 ανώτατο όριο ύψους (στην αεροπορία)
上場投資信託 じょうじょうとうししんたく
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο
上白 じょうはく
ουσιαστικό
- 01 ρύζι πρώτης ποιότητας
上層雲 じょうそううん
ουσιαστικό
- 01 νέφη μεγάλου υψομέτρου, υψηλά νέφη
上製本 じょうせいぼん
ουσιαστικό
- 01 σκληρόδετο βιβλίο
上声 じょうしょう
ουσιαστικό
- 01 ανερχόμενος τόνος (στα κινεζικά)
- 02 (για ιαπωνικό τονισμό) που έχει υψηλό, επίπεδο τόνο
上座に据える かみざにすえる
άλλο, ρήμα
- 01 προσφέρω (σε έναν καλεσμένο) την τιμητική θέση
上がり端 あがりはな
ουσιαστικό
- 01 είσοδος (π.χ. ενός ιαπωνικού σπιτιού)
- 02 αρχή μιας ανόδου (π.χ. στις τιμές)
上石 うわいし
ουσιαστικό
- 01 πάνω μυλόπετρα
上石 あげいし
ουσιαστικό
- 01 αιχμαλωτισμένα πιόνια, αιχμαλωτισμένες πέτρες
上昇期 じょうしょうき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος ανόδου, ανοδική φάση, φάση αύξησης
上がり場 あがりば
ουσιαστικό
- 01 σημείο αποβίβασης (πλοίου ή σκάφους), αποβάθρα
- 02 αποδυτήριο (σε λουτρό, πισίνα, κ.λπ.)
上貼り うわばり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τελικό στρώμα χαρτιού
上級裁判所 じょうきゅうさいばんしょ
ουσιαστικό
- 01 ανώτερο δικαστήριο
上疏 じょうそ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβολή αναφοράς στον αυτοκράτορα
上がり下り あがりおり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανηφόρισμα και κατηφόρισμα, άνοδος και κάθοδος
上絵 うわえ
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφισμένες παραστάσεις (σε ύφασμα ή κεραμικά)
上棟式 じょうとうしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή τοποθέτησης της κορυφογραμμής