433 αποτελέσματα για «全»
全優の学生 ぜんゆうのがくせい
ουσιαστικό
- 01 άριστος μαθητής
全アジア会議 ぜんアジアかいぎ
ουσιαστικό
- 01 Παν-ασιατικό συνέδριο
全国総合開発計画 ぜんこくそうごうかいはつけいかく
ουσιαστικό
- 01 συνολικό εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο (1962-)
全地球測位 ぜんちきゅうそくい
ουσιαστικό
- 01 παγκόσμιος προσδιορισμός θέσης (σύστημα, δορυφόρος, κλπ.)
全銀システム ぜんぎんシステム
ουσιαστικό
- 01 διατραπεζικό σύστημα πληρωμών
全二重通信 ぜんにじゅうつうしん
ουσιαστικό
- 01 αμφίδρομη μετάδοση, αμφίδρομη επικοινωνία
全角カタカナ ぜんかくカタカナ
ουσιαστικό
- 01 κατακάνα πλήρους πλάτους
全角カナ ぜんかくカナ
ουσιαστικό
- 01 κατάνα πλήρους πλάτους
全角数字 ぜんかくすうじ
ουσιαστικό
- 01 ψηφίο πλήρους πλάτους
全角ローマ字 ぜんかくローマじ
ουσιαστικό
- 01 λατινικός χαρακτήρας πλήρους πλάτους (ζενκάκου ρόματζι)
全北区 ぜんほっく
ουσιαστικό
- 01 ολοαρκτικός (βιογεωγραφική περιοχή)
全か無かの法則 ぜんかむかのほうそく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 νόμος του όλα ή τίποτα
全真教 ぜんしんきょう
ουσιαστικό
- 01 Τσεντσέν (σχολή του Ταοϊσμού)
全けた上げ ぜんけたあげ
ουσιαστικό
- 01 πλήρης μεταφορά
全稼働時間 ぜんかどうじかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος αιχμής, χρόνος πλήρους λειτουργίας
全桁上げ ぜんけたあげ
ουσιαστικό
- 01 πλήρης μεταφορά κρατουμένου
全減算器 ぜんげんさんき
ουσιαστικό
- 01 πλήρης αφαιρέτης
全消去機能 ぜんしょうきょきのう
ουσιαστικό
- 01 λειτουργία πλήρους διαγραφής
全体語 ぜんたいご
ουσιαστικό
- 01 συλλογικός όρος
全体配列 ぜんたいはいれつ
ουσιαστικό
- 01 ολικός πίνακας