330 αποτελέσματα για «共»

共感性 きょうかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ενσυναίσθηση, ικανότητα για ενσυναίσθηση, συμπάθεια
共通テスト きょうつうテスト

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή εξέταση για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια
共同訓練 きょうどうくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή άσκηση, κοινή εκπαίδευση
共同代表 きょうどうだいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός εκπρόσωπος, κοινή εκπροσώπηση
共テ きょうテ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή εξέταση εισαγωγής στα πανεπιστήμια
共同創業者 きょうどうそうぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνιδρυτής
共同創立者 きょうどうそうりつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνιδρυτής
共働き世帯 ともばたらきせたい

ουσιαστικό

  1. 01 νοικοκυριό με διπλό εισόδημα
共振器 きょうしんき

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλοτικός αντηχητής
共箱 ともばこ

ουσιαστικό

  1. 01 αυθεντικό ξύλινο κουτί με την υπογραφή και τη σφραγίδα του δημιουργού του περιεχομένου (συνήθως κεραμικά)
共同使用駅 きょうどうしようえき

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός σταθμός, σταθμός κοινής χρήσης
共同使用 きょうどうしよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή χρήση, δημόσια χρήση
共鳴音 きょうめいおん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικός ήχος, αντήχηση
  2. 02 ηχηρός, ηχητικό σύμφωνο
共線性 きょうせんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνγραμμικότητα
共沸 きょうふつ

ουσιαστικό

  1. 01 αζεοτροπικό μείγμα
共沈 きょうちん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνιζήματα
共時 きょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 συγχρονία
共同育児 きょうどういくじ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή ανατροφή παιδιού
共同養育 きょうどうよういく

ουσιαστικό

  1. 01 συνεπιμέλεια, κοινή ανατροφή τέκνων
共同販売 きょうどうはんばい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή προώθηση, συνεργατική πώληση