325 αποτελέσματα για «反»

反ユダヤ主義者 はんユダヤしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντισημίτης
反応時間 はんのうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος αντίδρασης
反磁性 はんじせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαμαγνητισμός
反ダンピング はんダンピング

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αντιντάμπινγκ
反足細胞 はんそくさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίποδας, αντίποδο κύτταρο
反回骨間動脈 はんかいこつかんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 παλίνδρομη μεσόστεη αρτηρία
反回動脈 はんかいどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 παλίνδρομη αρτηρία
反響言語 はんきょうげんご

ουσιαστικό

  1. 01 ηχολαλία
反射性失神 はんしゃせいしっしん

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστική συγκοπή
反射性 はんしゃせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανακλαστικότητα
  2. 02 ανακλαστικότητα, αντανακλαστικότητα
反魂草 ハンゴンソウ

ουσιαστικό

  1. 01 χανγκονσό (φυτό του γένους Senecio cannabifolius)
反発心 はんぱつしん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστικό πνεύμα, αίσθημα περιφρόνησης, επαναστατική στάση
反抗心 はんこうしん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναστατικό πνεύμα, προκλητική στάση, πνεύμα αντίστασης
反乱分子 はんらんぶんし

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστές, ανατρεπτικά στοιχεία, εξεγερμένοι, αντιφρονούντες
反社会性 はんしゃかいせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικοινωνικότητα, αντικοινωνικός χαρακτήρας
反社会性パーソナリティ障害 はんしゃかいせいパーソナリティしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας
反社会的集団 はんしゃかいてきしゅうだん

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωμένο εγκληματικό συνδικάτο, εγκληματική ομάδα, αντικοινωνική ομάδα
反抗挑戦性障害 はんこうちょうせんせいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστική διαταραχή πρόκλησης, αντιδραστική διαταραχή της συμπεριφοράς
反抗挑発症 はんこうちょうはつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστική προκλητική διαταραχή, ΑΠΔ
反復性 はんぷくせい

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 επαναληπτικότητα, επαναληπτική φύση
  2. 02 επαναληπτικός, περιοδικός