369 αποτελέσματα για «多»
多牌 ターパイ
ουσιαστικό
- 01 τάρπαϊ (η κατοχή υπερβολικού αριθμού πλακιδίων στο χέρι)
多客期 たきゃくき
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 περίοδος με πολλούς επισκέπτες, περίοδος αιχμής
多環芳香族炭化水素 たかんほうこうぞくたんかすいそ
ουσιαστικό
- 01 πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας, ΠΑΥ
多重積分 たじゅうせきぶん
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλό ολοκλήρωμα
多機能携帯電話 たきのうけいたいでんわ
ουσιαστικό
- 01 έξυπνο κινητό τηλέφωνο, smartphone
多塩基酸 たえんきさん
ουσιαστικό
- 01 πολυβασικό οξύ
多重継承 たじゅうけいしょう
ουσιαστικό
- 01 πολλαπλή κληρονομικότητα
多党 たとう
ουσιαστικό
- 01 πολυκομματικός
多食亜目 たしょくあもく
ουσιαστικό
- 01 πολυφάγα (υποτάξη των κολεοπτέρων)
多項式回帰 たこうしきかいき
ουσιαστικό
- 01 πολυωνυμική παλινδρόμηση
多年氷 たねんひょう
ουσιαστικό
- 01 πολυετής πάγος
多脾症 たひしょう
ουσιαστικό
- 01 πολυσπληνία
多項分布 たこうぶんぷ
ουσιαστικό
- 01 πολυωνυμική κατανομή
多様式 たようしき
ουσιαστικό
- 01 πολυτροπικότητα, πολυμορφικότητα
多様式主義 たようしきしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 πολυστυλισμός
多様主義 たようしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 πολυστυλισμός
多動児 たどうじ
ουσιαστικό
- 01 υπερκινητικό παιδί
多価関数 たかかんすう
ουσιαστικό
- 01 πολυτιμη συνάρτηση, πολυτιμη συνάρτηση
多音字 たおんじ
ουσιαστικό
- 01 πολύφωνο (χαρακτήρας με περισσότερες από μία αναγνώσεις)
多頭石斧 たとうせきふ
ουσιαστικό
- 01 λίθινος πέλεκυς με πολλαπλές ακμές κοπής (περίοδος Τζομόν)