826 αποτελέσματα για «小»
小札 こざね
ουσιαστικό
- 01 ελάσμα πανοπλίας
小我 しょうが
ουσιαστικό
- 01 εαυτός, εγώ
小腰 こごし
ουσιαστικό
- 01 μέση
小売商 こうりしょう
ουσιαστικό
- 01 λιανικό εμπόριο
小田原提灯 おだわらぢょうちん
ουσιαστικό
- 01 πτυσσόμενο κυλινδρικό χάρτινο φανάρι
小料理 こりょうり
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρο φαγητό, απλό πιάτο
小葉 しょうよう
ουσιαστικό
- 01 λοβός, λοβίδιο
- 02 φυλλάριο, φυλλίδιο, μικρόφυλλο
小虎 ことら
ουσιαστικό
- 01 μικρή τίγρη
- 02 λιγοπότης, κάποιος που πίνει περιστασιακά
小伝 しょうでん
ουσιαστικό
- 01 βιογραφικό σημείωμα
小作料 こさくりょう
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο που καταβάλλει ο καλλιεργητής
小便小僧 しょうべんこぞう
ουσιαστικό
- 01 Μανεκέν Πις (άγαλμα που μοιάζει με έρωτα και ουρεί σε σιντριβάνι), Μικρός Ζουλιέν
小柄 こづか
ουσιαστικό
- 01 μικρό μαχαίρι προσαρμοσμένο στη θήκη ενός σπαθιού
小新聞 こしんぶん
ουσιαστικό
- 01 κοσινμπούν (είδος εφημερίδας της πρώιμης περιόδου Μεϊτζί)
- 02 δευτερεύουσα εφημερίδα, τοπική εφημερίδα
小刀細工 こがたなざいく
ουσιαστικό
- 01 σκάλισμα με μαχαίρι, χειροτεχνία με μαχαίρι
- 02 φθηνό κόλπο, απλή απατεωνιά, ασήμαντο τέχνασμα
小面 しょうめん
ουσιαστικό
- 01 πλευρά, όψη
小面 こおもて
ουσιαστικό
- 01 προσωπείο όμορφης, λεπτοκαμωμένης νεαρής γυναίκας
小心翼々 しょうしんよくよく
επίθετο, ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα
- 01 πολύ δειλός, υπερβολικά αγχώδης, φοβιτσιάρης
小楯 こだて
ουσιαστικό
- 01 μικρή ασπίδα, παραπέτασμα
小切れ こぎれ
ουσιαστικό
- 01 μικρό κομμάτι (π.χ. υφάσματος)
小利 しょうり
ουσιαστικό
- 01 μικρό κέρδος