430 αποτελέσματα για «心»
心気症 しんきしょう
ουσιαστικό
- 01 υποχονδρία
心当て こころあて
ουσιαστικό
- 01 υπόθεση, πρόβλεψη
心理言語学 しんりげんごがく
ουσιαστικό
- 01 ψυχογλωσσολογία
心筋炎 しんきんえん
ουσιαστικό
- 01 μυοκαρδίτιδα
心内膜炎 しんないまくえん
ουσιαστικό
- 01 ενδοκαρδίτιδα
心血管 しんけっかん
άλλο
- 01 καρδιαγγειακός
心柱 しんばしら
ουσιαστικό
- 01 κεντρικός στύλος παγόδας, σινμπασίρα
- 02 αρχηγός της θρησκείας Τένρι
心得がたい こころえがたい
επίθετο
- 01 δυσερμήνευτος, δύσκολος στην κατανόηση, δύσκολος στην αποδοχή
心血管疾患 しんけっかんしっかん
ουσιαστικό
- 01 καρδιαγγειακή νόσος
心のぶつかり合い こころのぶつかりあい
άλλο
- 01 σύγκρουση απόψεων (μεταξύ φίλων), δυσαρμονία, συναισθηματική σύγκρουση
心立て こころだて
ουσιαστικό
- 01 διάθεση, ιδιοσυγκρασία
心中天網島 しんじゅうてんのあみじま
ουσιαστικό
- 01 Σιντζού Τεν νο Αμιτζίμα (Αυτοκτονίες εραστών στο Αμιτζίμα) - θεατρικό έργο του Τσικαμάτσου, ταινία του Μασαχίρο Σινόδα
心拍出量 しんはくしゅつりょう
ουσιαστικό
- 01 καρδιακή παροχή
心神耗弱者 しんしんこうじゃくしゃ
ουσιαστικό
- 01 άτομο με μειωμένο καταλογισμό (λόγω π.χ. ναρκωτικών, αλκοόλ, νοητικής υστέρησης κ.λπ.)
心所 しんじょ
ουσιαστικό
- 01 πνευματικές λειτουργίες, πνευματικοί παράγοντες, πνευματικές καταστάσεις
心因反応 しんいんはんのう
ουσιαστικό
- 01 ψυχογενής αντίδραση
心臓形 しんぞうけい
ουσιαστικό
- 01 καρδιοειδές
- 02 καρδιόσχημος, σε σχήμα καρδιάς
心猿 しんえん
ουσιαστικό
- 01 πάθος, πάθη
心臓専門医 しんぞうせんもんい
ουσιαστικό
- 01 καρδιολόγος, ειδικός καρδιολόγος
心臓に毛が生えた しんぞうにけがはえた
άλλο
- 01 αναίσχυντος, θρασύς