347 αποτελέσματα για «最»

最終点火者 さいしゅうてんかしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίος λαμπαδηδρόμος της ολυμπιακής φλόγας, αυτός που ανάβει τον ολυμπιακό βωμό
最旬 さいしゅん

ουσιαστικό

  1. 01 πιο επίκαιρος (π.χ. στη μόδα), πιο φρέσκος, στη μόδα
最密充填構造 さいみつじゅうてんこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δομή μέγιστης πυκνότητας
最終財 さいしゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 τελικά αγαθά, τελικό προϊόν
最高顧問 さいこうこもん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατος σύμβουλος, αρχισύμβουλος
最高裁裁判官 さいこうさいさいばんかん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου
最大野党 さいだいやとう

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματική αντιπολίτευση, το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης
最晩年 さいばんねん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία χρόνια της ζωής κάποιου, πολύ προχωρημένη ηλικία
最幸 さいこう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 υπερευτυχισμένος, θαυμάσιος, απολαυστικός, καταπληκτικός
最新性 さいしんせい

ουσιαστικό

  1. 01 επικαιρότητα, σύγχρονος χαρακτήρας
最大多数 さいだいたすう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστος αριθμός ανθρώπων
最中の月 もなかのつき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πανσέληνος
最確数 さいかくすう

ουσιαστικό

  1. 01 πιθανότερος αριθμός (συντομογραφία: MPN)
最多本塁打 さいたほんるいだ

ουσιαστικό

  1. 01 τα περισσότερα home run
最低保障給 さいていほしょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εγγυημένο κατώτατο εισόδημα
最高速度 さいこうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατη ταχύτητα, μέγιστη ταχύτητα
最終的解決 さいしゅうてきかいけつ

ουσιαστικό

  1. 01 τελική διευθέτηση, τελική λύση
  2. 02 Τελική Λύση (το πρόγραμμα της ναζιστικής Γερμανίας για την εξόντωση των Εβραίων)
最高レベル さいこうレベル

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο επίπεδο
最低レベル さいていレベル

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτατο επίπεδο
最終事業年度 さいしゅうじぎょうねんど

ουσιαστικό

  1. 01 πιο πρόσφατη οικονομική χρήση