318 αποτελέσματα για «発»
発症率 はっしょうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό επίπτωσης
発疹熱 ほっしんねつ
ουσιαστικό
- 01 ενδημικός τύφος, μεταδιδόμενος από ψύλλους τύφος
発送先 はっそうさき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση αποστολής, προορισμός (δέματος, επιστολής κ.λπ.)
発毛促進剤 はつもうそくしんざい
ουσιαστικό
- 01 διεγερτικό τριχοφυΐας, φάρμακο κατά της τριχόπτωσης
発送者 はっそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 αποστολέας
発付 はっぷ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκδοση εντάλματος, έκδοση δικαστικής διαταγής
発源地 はつげんち
ουσιαστικό
- 01 περιοχή προέλευσης, τόπος καταγωγής
発熱者 はつねつしゃ
ουσιαστικό
- 01 πυρετός (άτομο με πυρετό)
発展主義 はってんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αναπτυξιοκρατία
発達特性 はったつとくせい
ουσιαστικό
- 01 αναπτυξιακά χαρακτηριστικά
発達ケア はったつケア
ουσιαστικό
- 01 αναπτυξιακή φροντίδα
発行停止 はっこうていし
ουσιαστικό
- 01 αναστολή έκδοσης, απαγόρευση κυκλοφορίας
発痛物質 はっつうぶっしつ
ουσιαστικό
- 01 αλγογόνος ουσία, ουσία που προκαλεί πόνο
発生休止 はっせいきゅうし
ουσιαστικό
- 01 εμβρυϊκή διακοπή ανάπτυξης
発地 はっち
ουσιαστικό
- 01 τόπος αναχώρησης, σημείο προέλευσης (π.χ. μιας αποστολής)
発酵槽 はっこうそう
ουσιαστικό
- 01 δεξαμενή ζύμωσης
発明協会 はつめいきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικός Σύνδεσμος Εφευρέσεων και Καινοτομίας, JIII
発
- 01 αναχώρηση
- 02 εκτόξευση, εκφόρτωση
- 03 δημοσιεύω, εκδίδω
- 04 εκπέμπω, εκδίδω
- 05 ξεκινώ από
- 06 αποκαλύπτω, φανερώνω
- 07 βολή, πυροβολισμός