456 αποτελέσματα για «白»

白檜 しらべ

ουσιαστικό

  1. 01 έλατο του Βέιτς (Abies veitchii)
白鉛鉱 はくえんこう

ουσιαστικό

  1. 01 κηρουσίτης, λευκός μολυβδούχος μετάλλευμα
白隠元 しろいんげん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό φασόλι
白鮭 しろざけ

ουσιαστικό

  1. 01 σιροζάκε, σολομός ο σκυλόμορφος (Oncorhynchus keta)
白地地域 しろじちいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού, περιοχή χωρίς καθορισμένη χρήση γης
白禍 はっか

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός κίνδυνος (δηλαδή κυριαρχία από τη λευκή φυλή)
白色雑音 はくしょくざつおん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός θόρυβος
白板 パイパン

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδιο του λευκού δράκου
  2. 02 ξυρισμένη ηβική περιοχή, άτομο με ελάχιστη ή καθόλου ηβική τριχοφυΐα
白紬 しろつむぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό μεταξωτό ύφασμα σιροτσουμούγκι
白紙に返す はくしにかえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ από το μηδέν, κάνω μια νέα αρχή
白木耳 しろきくらげ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό μύκητας (σιροκικουράγκε), μύκητας ασημένιο αυτί
白ネズミ しろねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ποντίκι, λευκός αρουραίος
白龍 はくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός δράκος
白黒つける しろくろつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκαθαρίζω αν κάτι είναι σωστό ή λάθος, διευκρινίζω μια κατάσταση, επιλύω ένα ζήτημα
白白明け しらしらあけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, χάραμα
白色テロ はくしょくテロ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή τρομοκρατία
白ばっくれる しらばっくれる

ρήμα

  1. 01 παριστάνω τον ανήξερο, υποκρίνομαι άγνοια, κάνω τον αθώο
白長須鯨 しろながすくじら

ουσιαστικό

  1. 01 γαλάζια φάλαινα (Balaenoptera musculus)
白鼻心 はくびしん

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατική μοσχογαλιά (Paguma larvata), μοσχογαλιά με λευκή μάσκα
白鰱 はくれん

ουσιαστικό

  1. 01 ασημοκυπρίνος (Hypophthalmichthys molitrix)