359 αποτελέσματα για «相»

相悔み あいくやみ

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαίο πένθος (κατά τη διάρκεια του οποίου δεν πραγματοποιούνται επισκέψεις συλλυπητηρίων ούτε προσφέρεται βοήθεια σε άλλους που επίσης πενθούν)
相碁 あいご

ουσιαστικό

  1. 01 παρτίδα γκο ανάμεσα σε δύο παίκτες ισάξιων ικανοτήτων
相輿 あいごし

ουσιαστικό

  1. 01 η από κοινού μεταφορά δύο ατόμων μέσα σε φορείο
相店 あいだな

ουσιαστικό

  1. 01 η ενοικίαση σπιτιού στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με κάποιον άλλον
  2. 02 πρόσωπο που ενοικιάζει σπίτι στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με κάποιον
相借家 あいじゃくや

ουσιαστικό

  1. 01 ενοικίαση σπιτιού στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με κάποιον άλλον
  2. 02 ένοικος σπιτιού στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με κάποιον
相作り あいづくり

ουσιαστικό

  1. 01 πιάτο με ψάρι λευκής και κόκκινης σάρκας τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο
相年 あいどし

ουσιαστικό

  1. 01 συνομήλικος
相等性 そうとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ισότητα
相同的組換え そうどうてきくみかえ

ουσιαστικό

  1. 01 ομόλογος ανασυνδυασμός
相中 あいなか

ουσιαστικό

  1. 01 κενό, διάστημα
  2. 02 καλή σχέση
相姦婚 そうかんこん

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος που ακολουθεί μοιχεία και μεταγενέστερο διαζύγιο
相互誘導 そうごゆうどう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία επαγωγή
相互インダクタンス そうごインダクタンス

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία αυτεπαγωγή
相変態 そうへんたい

ουσιαστικό

  1. 01 μετασχηματισμός φάσης, μετάβαση φάσης
相律 そうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας των φάσεων
相対標準偏差 そうたいひょうじゅんへんさ

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική τυπική απόκλιση
相摩す あいます

ρήμα

  1. 01 τρίβομαι, αγγίζω ξύνοντας
相向ふ あいむかう

ρήμα

  1. 01 είμαι απέναντι, κοιτάζω ο ένας τον άλλον
相互主観性 そうごしゅかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαϋποκειμενικότητα
相接 そうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 επαφή