324 αποτελέσματα για «立»

立法部 りっぽうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 νομοθετικό σώμα, νομοθετική εξουσία
立っち たっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όρθια στάση χωρίς βοήθεια, στήριξη στα πόδια
立体異性体 りったいいせいたい

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοϊσομερές
立ちバック たちバック

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική επαφή με τη γυναίκα όρθια από πίσω, στάση doggy style σε όρθια θέση
立射 りっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βολή από όρθια στάση
立会い出産 たちあいしゅっさん

ουσιαστικό

  1. 01 τοκετός με την παρουσία του πατέρα, τοκετός με την παρουσία μελών της οικογένειας
立食会 りっしょくかい

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίωση με όρθιους καλεσμένους, μπουφέ
立会外取引 たちあいがいとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγές εκτός του συστήματος διαπραγμάτευσης του χρηματιστηρίου, συναλλαγές μετά το κλείσιμο της αγοράς, συναλλαγές πριν από το άνοιγμα της αγοράς
立ち高跳び たちたかとび

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα εις ύψος από στάση
立体配置 りったいはいち

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοδιάταξη (μοριακή)
立哨 りっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φύλαξη, σκοπιά
立体地図 りったいちず

ουσιαστικό

  1. 01 τριδιάστατος χάρτης, ανάγλυφος χάρτης
立ち入り禁止区域 たちいりきんしくいき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένη περιοχή, ζώνη περιορισμένης πρόσβασης, περιοχή αποκλεισμού
立方骨 りっぽうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κυβοειδές οστό
立ち寝 たちね

ουσιαστικό

  1. 01 ύπνος σε όρθια στάση
立坑櫓 たてこうやぐら

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος ανέλκυσης, σκελετός φρέατος, πλαίσιο κεφαλής
立式 りっしき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατύπωση εξίσωσης, σύνταξη εξίσωσης
立ち日 たちび

ουσιαστικό

  1. 01 επέτειος θανάτου
立教女学院短期大学 りつきょうじょがくいんたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Ρικιό Τζογκακούιν Τάνκι Ντάιγκακου
立川ブラインド工業 たちかわブラインドこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τατσικάβα Μπλάιντ Κόγκιο