305 αποτελέσματα για «行»
行革審 ぎょうかくしん
ουσιαστικό
- 01 επιτροπή διοικητικής μεταρρύθμισης (1983) (συντ.)
行政改革会議 ぎょうせいかいかくかいぎ
ουσιαστικό
- 01 συμβούλιο διοικητικής μεταρρύθμισης, επιτροπή διοικητικής μεταρρύθμισης
行政控訴裁判所 ぎょうせいこうそさいばんしょ
ουσιαστικό
- 01 διοικητικό εφετείο (διοικητικό δικαστήριο προσφυγών)
行政評価局 ぎょうせいひょうかきょく
ουσιαστικό
- 01 γραφείο διοικητικής αξιολόγησης
行
- 01 πορεία
- 02 ταξίδι
- 03 εκτελώ, πραγματοποιώ
- 04 διεξάγω, διευθύνω
- 05 ενεργώ, πράττω
- 06 γραμμή, σειρά
- 07 σειρά
- 08 όχθη