377 αποτελέσματα για «通»
通知型 つうちがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος ειδοποίησης
通知付き局留め つうちつききょくどめ
ουσιαστικό
- 01 συστημένη επιστολή με ειδοποίηση παραλαβής από το ταχυδρομείο (ταχυδρομική υπηρεσία)
通報受端 つうほうじゅたん
ουσιαστικό
- 01 αποδέκτης μηνυμάτων
通話接続 つうわせつぞく
ουσιαστικό
- 01 ολοκλήρωση κλήσης
通話料金制 つうわりょうきんせい
ουσιαστικό
- 01 χρεώσιμος ανά μήνυμα
通流 つうりゅう
ρήμα
- 01 αγωγιμότητα, αγωγή
通時言語学 つうじげんごがく
ουσιαστικό
- 01 διαχρονική γλωσσολογία
通宝 つうほう
ουσιαστικό
- 01 νόμισμα
通常型空母 つうじょうがたくうぼ
ουσιαστικό
- 01 συμβατικό αεροπλανοφόρο (δηλαδή μη πυρηνοκίνητο)
通貨膨張 つうかぼうちょう
ουσιαστικό
- 01 νομισματική επέκταση, πληθωρισμός του νομίσματος
通貨収縮 つうかしゅうしゅく
ουσιαστικό
- 01 νομισματική συρρίκνωση, αποπληθωρισμός του νομίσματος
通い船 かよいぶね
ουσιαστικό
- 01 φέρυ μποτ, πορθμείο
通し券 とおしけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο διαρκείας για πολλαπλές παραστάσεις (π.χ. για ολόκληρη την ημέρα, συμπεριλαμβανομένης της απογευματινής και βραδινής παράστασης), κάρτα μέλους, ενιαίο εισιτήριο
通常葉書 つうじょうはがき
ουσιαστικό
- 01 απλό ταχυδρομικό δελτάριο, κοινό καρτ-ποστάλ
通性嫌気性細菌 つうせいけんきせいさいきん
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικά αναερόβιο βακτήριο, προαιρετικά αναερόβιος μικροοργανισμός
通性嫌気性菌 つうせいけんきせいきん
ουσιαστικό
- 01 προαιρετικά αναερόβιο βακτήριο, προαιρετικά αναερόβιο μικρόβιο
通り物 とおりもの
ουσιαστικό
- 01 δαίμονας που φέρνει κακοτυχία στα σπίτια ή στους ανθρώπους από τους οποίους περνά
通貨同盟 つうかどうめい
ουσιαστικό
- 01 νομισματική ένωση
通園バス つうえんバス
ουσιαστικό
- 01 σχολικό λεωφορείο νηπιαγωγείου, λεωφορείο παιδικού σταθμού
通行本 つうこうぼん
ουσιαστικό
- 01 δημοφιλές βιβλίο, ευρέως διαδεδομένο βιβλίο, βιβλίο του οποίου υπάρχουν πολλά αντίτυπα