550 αποτελέσματα για «金»
金談 きんだん
ουσιαστικό
- 01 συζήτηση για χρήματα, αίτημα για δάνειο
金融当局 きんゆうとうきょく
ουσιαστικό
- 01 νομισματικές αρχές, οικονομικές αρχές
金属屑 きんぞくくず
ουσιαστικό
- 01 μεταλλικά απορρίμματα, παλιοσίδερα
金本位 きんほんい
ουσιαστικό
- 01 κανόνας του χρυσού
金本位 かねほんい
ουσιαστικό
- 01 χρηματοκεντρικός τρόπος (σκέψης)
金赤 きんあか
ουσιαστικό
- 01 χαλκέρυθρος
金華ハム きんかハム
ουσιαστικό
- 01 χάμ Τζινχουά (ειδικό κινεζικό ζαμπόν)
金光教 こんこうきょう
ουσιαστικό
- 01 Κονκοκιο (σχολή του Σιντοϊσμού που ιδρύθηκε το 1859)
金環食 きんかんしょく
ουσιαστικό
- 01 δακτυλιοειδής έκλειψη
金坑 きんこう
ουσιαστικό
- 01 χρυσωρυχείο
金蛇 カナヘビ
ουσιαστικό
- 01 λασερτίδα (οποιαδήποτε σαύρα της οικογένειας Lacertidae, ειδικότερα η ιαπωνική σαύρα των αγρών, Takydromus tachydromoides)
金玉糖 きんぎょくとう
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακό ιαπωνικό καλοκαιρινό ζαχαρωτό
金盞花 きんせんか
ουσιαστικό
- 01 καλέντουλα, κατιφές (Calendula officinalis)
金紗縮緬 きんしゃちりめん
ουσιαστικό
- 01 μεταξωτό κρεπ
金牌 きんぱい
ουσιαστικό
- 01 χρυσό μετάλλιο, χρυσό έμβλημα
金融不安 きんゆうふあん
ουσιαστικό
- 01 οικονομική αστάθεια, χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα, οικονομική αναταραχή, χρηματοπιστωτική αναταραχή, οικονομική ανησυχία
金融引き締め きんゆうひきしめ
ουσιαστικό
- 01 σφίξιμο νομισματικής πολιτικής, περιορισμός πίστωσης, πιστωτική ασφυξία
金解禁 きんかいきん
ουσιαστικό
- 01 άρση της απαγόρευσης εξαγωγής χρυσού
金鋸 かねのこぎり
ουσιαστικό
- 01 σιδηροπρίονο
金地金 きんじがね
ουσιαστικό
- 01 ράβδος χρυσού