347 αποτελέσματα για «長»

長袖シャツ ながそでシャツ

ουσιαστικό

  1. 01 πουκάμισο με μακριά μανίκια
長枝 ちょうし

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύς βλαστός
長壁式採炭 ちょうへきしきさいたん

ουσιαστικό

  1. 01 εξόρυξη με μακρά μέτωπα
長壁法 ながかべほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος ναγκακάμπε, σύστημα μακρού μετώπου
長音記号 ちょうおんきごう

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο επιμήκυνσης φωνήεντος, μακρόν
長年月 ちょうねんげつ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρά χρονική περίοδος
長円形 ちょうえんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ελλειπτικό σχήμα, ωοειδές σχήμα
長ドス ながどす

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύτερος τύπος βακιζάσι (κοντό σπαθί)
長体 ちょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντια συμπυκνωμένη γραμματοσειρά, στοιχείο συμπιεσμένο κατά πλάτος
長幼の序 ちょうようのじょ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχία με βάση την ηλικία, έθιμο προτεραιότητας στους μεγαλύτερους
長寝 ながね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολύωρος ύπνος, υπερβολικός ύπνος
長軟毛 ちょうなんもう

ουσιαστικό

  1. 01 λάχνη
長期にわたる ちょうきにわたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρατείνομαι, διαρκώ για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιμηκύνομαι
長州 ちょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Τσοσού, παλαιά επαρχία Ναγκάτο
長手袋 ながてぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 μακριά γάντια, βραδινά γάντια
  2. 02 γάντι με προστατευτικό κάλυμμα για τον καρπό
長崎ウエスレヤン大学 ながさきウエスレヤンだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ναγκασάκι Ουέσλεγιαν
長子音 ちょうしいん

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ σύμφωνο, διπλό σύμφωνο
長台詞 ながぜりふ

ουσιαστικό

  1. 01 μακροσκελής λόγος, μονόλογος
長口上 ながこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 μακροσκελής λόγος
長歌行 ちょうかこう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή τσόκακο (renku) που αποτελείται από 48 στίχους