614 αποτελέσματα για «高»
高利益 こうりえき
ουσιαστικό
- 01 υψηλό κέρδος
高評 こうひょう
ουσιαστικό
- 01 υψηλή εκτίμηση, η αξιότιμη γνώμη σου
高教 こうきょう
ουσιαστικό
- 01 ανώτατη εκπαίδευση (συντομογραφία για το kōtō kyōiku)
高山帯 こうざんたい
ουσιαστικό
- 01 αλπική ζώνη
高射機関砲 こうしゃきかんほう
ουσιαστικό
- 01 αντιαεροπορικό πυροβόλο
高麗茶碗 こうらいぢゃわん
ουσιαστικό
- 01 μπολ τσαγιού της δυναστείας Γκοριό
高論 こうろん
ουσιαστικό
- 01 ευφυής άποψη, ευφυές επιχείρημα
- 02 η αξιότιμη γνώμη σας
高齢者福祉 こうれいしゃふくし
ουσιαστικό
- 01 φροντίδα ηλικιωμένων, μέριμνα ηλικιωμένων
高踏派 こうとうは
ουσιαστικό
- 01 υπερβατιστές, παρνασσιστές
高圧水 こうあつすい
ουσιαστικό
- 01 νερό υψηλής πίεσης
高談 こうだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υψηλός λόγος, σοβαρή συζήτηση
高積雲 こうせきうん
ουσιαστικό
- 01 υψισωρείτες
高麗芝 こうらいしば
ουσιαστικό
- 01 κορεατική γκαζόχορτο
高位レベル こういレベル
ουσιαστικό
- 01 υψηλότερο επίπεδο
高湿度 こうしつど
ουσιαστικό
- 01 υψηλή υγρασία
高架駅 こうかえき
ουσιαστικό
- 01 υπερυψωμένος σιδηροδρομικός σταθμός
高成長 こうせいちょう
ουσιαστικό
- 01 ταχεία ανάπτυξη (οικονομίας, εταιρείας κ.λπ.)
高度成長時代 こうどせいちょうじだい
ουσιαστικό
- 01 περίοδος υψηλής οικονομικής ανάπτυξης
高姿勢 こうしせい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 υψηλών τόνων, επιθετική στάση
高輝度 こうきど
ουσιαστικό
- 01 υψηλή φωτεινότητα (χρησιμοποιείται για την περιγραφή έντονων χαρακτήρων στην οθόνη)