556 αποτελέσματα για «上»

上製 じょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερη κατασκευή
  2. 02 πολυτελής βιβλιοδεσία
上大静脈 じょうだいじょうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 άνω κοίλη φλέβα
上顎骨 じょうがくこつ

ουσιαστικό

  1. 01 άνω γνάθος, υπερώιο οστό
上線 じょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπεργράμμιση, γραμμή πάνω από γράμμα
上提 じょうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάθεση (νομοσχεδίου), παρουσίαση, αναχώρηση για ταξίδι
上げ膳 あげぜん

ουσιαστικό

  1. 01 σερβίρισμα φαγητού μπροστά σε κάποιον
上級品 じょうきゅうひん

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν υψηλής ποιότητας
上欄 じょうらん

ουσιαστικό

  1. 01 επάνω ή προηγούμενη οριζόντια στήλη
上伸 じょうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοδος των τιμών της αγοράς
上左 うえひだり

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω αριστερή γωνία
上昇線 じょうしょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική καμπύλη
上箱 うわばこ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικό κουτί, εξωτερικό περίβλημα
上下になる うえしたになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αντιστρέφομαι, βρίσκομαι ανάποδα
上値 うわね

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλότερη τιμή, άνοδος τιμής
上枝 うわえだ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω κλαδιά δέντρου
上腿 じょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 μηρός
上例 じょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 παραπάνω παράδειγμα
上翼 じょうよく

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω πτέρυγα αεροπλάνου
上乗り うわのり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπεύθυνος φορτίου
上張り うわばり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξωτερική στρώση, επικάλυψη, καπλαμάς