526 αποτελέσματα για «下»
下一段活用 しもいちだんかつよう
ουσιαστικό
- 01 κλίση ρημάτων τύπου σιμοϊτσιδάν που καταλήγουν σε «έ-ρου»
下膊 かはく
ουσιαστικό
- 01 πήχης
下洗い したあらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόπλυση, αρχικό πλύσιμο
下意 かい
ουσιαστικό
- 01 τα αισθήματα του λαού
下作 げさく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κακή κατασκευή, χαμηλή ποιότητα, υποδεέστερα προϊόντα
下押す したおす
ρήμα
- 01 υποχωρώ (χρηματιστήριο)
下御 げぎょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποβίβαση από άλογο ή φορείο
下薬 げやく
ουσιαστικό
- 01 υπακτικό
下露 したつゆ
ουσιαστικό
- 01 δροσιά κάτω από (που στάζει από) δέντρα
下臣 かしん
ουσιαστικό
- 01 κατώτερος ακόλουθος
下萌え したもえ
ουσιαστικό
- 01 φύτρο φυτού που ξεπροβάλλει κάτω από το χώμα
下卑 げび
ουσιαστικό
- 01 χυδαιότητα, αγένεια, τραχύτητα
下熱 げねつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποχωρώ (για πυρετό)
下付き したつき
ουσιαστικό
- 01 δείκτης (κάτω δείκτης)
下位蜃気楼 かいしんきろう
ουσιαστικό
- 01 κατώτερο αντικατοπτρισμό
下元 かげん
ουσιαστικό
- 01 δέκατη πέμπτη ημέρα του δέκατου σεληνιακού μήνα
下駄番 げたばん
ουσιαστικό
- 01 προστατευτικά δακτύλων σε τσόκαρα, φύλακας υποδημάτων (σε είσοδο καταστήματος ή λουτρού)
下痢症 げりしょう
ουσιαστικό
- 01 διάρροια, διαρροϊκή νόσος
下流社会 かりゅうしゃかい
ουσιαστικό
- 01 κατώτερα κοινωνικά στρώματα
下に厚く したにあつく
άλλο
- 01 πιο γενναιόδωρα για τους χαμηλόμισθους