611 αποτελέσματα για «二»

二足動物 にそくどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δίποδο ζώο
二者選一 にしゃせんいつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, δύο εναλλακτικές λύσεις
二戸建て にこだて

ουσιαστικό

  1. 01 διπλοκατοικία, ημιαυτόνομη κατοικία
二番目物 にばんめもの

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερο έργο στο πρόγραμμα (του θεάτρου Νο)
二連銃 にれんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκαννο
二等海佐 にとうかいさ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπλοίαρχος (Ιαπωνική Ναυτική Δύναμη Αυτοάμυνας)
二筋道 ふたすじみち

ουσιαστικό

  1. 01 διχάλα, διασταύρωση
二枚腰 にまいごし

ουσιαστικό

  1. 01 στάση στην οποία τα πόδια είναι σταθερά φυτεμένα στο έδαφος (στο σούμο και στο τζούντο)
二重敬語 にじゅうけいご

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή τιμητική γλώσσα (δηλαδή ακατάλληλη χρήση του τιμητικού τύπου -ραρέρου μαζί με τιμητικό ρήμα όπως το οσσάρου)
二重露出 にじゅうろしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή έκθεση
二枚蹴り にまいげり

ουσιαστικό

  1. 01 ανατροπή με λάκτισμα στους αστραγάλους
二重母音 にじゅうぼいん

ουσιαστικό

  1. 01 δίφθογγος
二等兵曹 にとうへいそう

ουσιαστικό

  1. 01 υπαξιωματικός (στο Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό, στο Βασιλικό Ναυτικό), υπαξιωματικός δευτέρας τάξεως (στο Ναυτικό των ΗΠΑ)
二十面体 にじゅうめんたい

ουσιαστικό

  1. 01 εικοσάεδρο
二十の扉 にじゅうのとびら

ουσιαστικό

  1. 01 εικοσι ερωτήσεις (παιχνίδι)
二次資料 にじしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερογενής πηγή
二の町 にのまち

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερος, δευτεροκλασάτος
二重結合 にじゅうけつごう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός δεσμός
二藍 ふたあい

ουσιαστικό

  1. 01 βαθύ μωβ, κοκκινωπό λουλακί
二段活用 にだんかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση των νιντάν ρημάτων