422 αποτελέσματα για «分»

分割プロット ぶんかつプロット

ουσιαστικό

  1. 01 υπογραφική
分岐接続 ぶんきせつぞく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσημειακή σύνδεση
分岐予測 ぶんきよそく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλεψη διακλάδωσης
分散COM ぶんさんシーオーエム

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένο μοντέλο αντικειμένου στοιχείων, δηλαδή bensan shiōemu
分散DoS攻撃 ぶんさんディーオーエスこうげき

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένες επιθέσεις άρνησης υπηρεσίας
分散コンピューティング環境 ぶんさんコンピューティングかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 περιβάλλον κατανεμημένης πληροφορικής, DCE
分散データベース ぶんさんデータベース

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη βάση δεδομένων
分散データ処理 ぶんさんデータしょり

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη επεξεργασία δεδομένων, DDP
分散協調処理 ぶんさんきょうちょうしょり

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη συνεργατική επεξεργασία
分散型データベース ぶんさんがたデータベース

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη βάση δεδομένων
分散型データベース管理システム ぶんさんがたデータベースかんりシステム

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένο σύστημα διαχείρισης βάσεων δεδομένων, κατανεμημένο ΣΔΒΔ
分散型トランザクション ぶんさんがたトランザクション

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη συναλλαγή
分散試験法 ぶんさんしけんほう

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη μέθοδος ελέγχου
分散処理環境 ぶんさんしょりかんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένο περιβάλλον υπολογιστικής επεξεργασίας
分散分析法 ぶんさんぶんせきほう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση διακύμανσης
分散名前解析 ぶんさんなまえかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 κατανεμημένη ανάλυση ονομάτων
分周器 ぶんしゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 υποδιαιρέτης συχνότητας, διαιρέτης συχνότητας
分析形分類体系 ぶんせきがたぶんるいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτικό σύστημα ταξινόμησης
分析合成形分類体系 ぶんせきごうせいがたぶんるいたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλυτικοσυνθετικό σύστημα ταξινόμησης
分断後部 ぶんだんこうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ορφανή γραμμή (μία ή περισσότερες γραμμές που αποκόπτονται από το υπόλοιπο προηγούμενο κείμενο λόγω αλλαγής σελίδας ή στήλης)