395 αποτελέσματα για «前»

前言往行 ぜんげんおうこう

ουσιαστικό

  1. 01 λόγια και πράξεις των παλαιότερων ανθρώπων
前轍を踏む ぜんてつをふむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω το λάθος κάποιου, κάνω το ίδιο σφάλμα με τον προκάτοχό μου, ακολουθώ τα χνάρια κάποιου (που οδήγησαν σε αποτυχία)
前褌 まえみつ

ουσιαστικό

  1. 01 το εμπρόσθιο τμήμα ενός μαβάσι
前捌き まえさばき

ουσιαστικό

  1. 01 η τεχνική της απομάκρυνσης των χεριών του αντιπάλου με σκοπό την απόκτηση πλεονεκτικής θέσης
前振込み まえふりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 προπληρωμή (μέσω τραπεζικού εμβάσματος)
前庭蝸牛神経 ぜんていかぎゅうしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αιθουσοκοχλιακό νεύρο
前庭神経 ぜんていしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αιθουσαίο νεύρο
前頭上位 まえがしらじょうい

ουσιαστικό

  1. 01 οι δέκα υψηλότεροι στην κατάταξη μάεγκασιρα παλαιστές που αγωνίζονται με σωματική βεβαιότητα ενάντια σε παλαιστές κατηγορίας σανγιάκου
前ピン まえピン

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο εστίασης φακού που βρίσκεται μπροστά από το θέμα
前庭球 ぜんていきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αιδοιϊκός βολβός
前葉ホルモン ぜんようホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 ορμόνη του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης
前胸腺 ぜんきょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 προθωρακικός αδένας
前胸腺ホルモン ぜんきょうせんホルモン

ουσιαστικό

  1. 01 προθωρακική ορμόνη
前癌状態 ぜんがんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 προκαρκινική κατάσταση, προκακοήθης κατάσταση
前進的論証 ぜんしんてきろんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική απόδειξη
前期中等教育 ぜんきちゅうとうきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (π.χ. γυμνάσιο)
前景画像 ぜんけいがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα προσκηνίου, δυναμική εικόνα
前向き推論 まえむきすいろん

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική συναγωγή
前進回復 ぜんしんかいふく

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική ανάκτηση
前置パス名 まえおきパスめい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθεμα διαδρομής