351 αποτελέσματα για «口»
口先介入 くちさきかいにゅう
ουσιαστικό
- 01 λεκτική παρέμβαση
口峡炎 こうきょうえん
ουσιαστικό
- 01 πονόλαιμος, οξεία αμυγδαλίτιδα, στηθάγχη
口元が緩む くちもとがゆるむ
άλλο, ρήμα
- 01 χαμογελώ, σχηματίζω χαμόγελο
口角を上げる こうかくをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 χαμογελάω
口裂け女 くちさけおんな
ουσιαστικό
- 01 κουτσιζακέ-όννα, κακόβουλο πλάσμα της ιαπωνικής λαογραφίας με το στόμα σχισμένο από αυτί σε αυτί
口裂 こうれつ
ουσιαστικό
- 01 στοματική σχισμή, χάσμα του στόματος
- 02 κυτταρόστομο
口を封じる くちをふうじる
άλλο, ρήμα
- 01 φιμώνω, αναγκάζω κάποιον να σιωπήσει
口が回る くちがまわる
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω με ευχέρεια, είμαι εύγλωττος
口唇口蓋裂 こうしんこうがいれつ
ουσιαστικό
- 01 χειλεογναθοϋπερωιοσχιστία
口から先に生まれる くちからさきにうまれる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι υπερβολικά φλύαρος εκ φύσεως, γεννιέμαι με το στόμα πρώτα
口から生まれる くちからうまれる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι από τη φύση μου υπερβολικά φλύαρος, έχω γεννηθεί με το χάρισμα της ακατάσχετης φλυαρίας
口を濁す くちをにごす
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω ασαφώς, είμαι αόριστος, υπεκφεύγω, αποφεύγω μια ξεκάθαρη απάντηση
口吸い くちすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φιλί
口を叩く くちをたたく
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω προκλητικά, δεν βάζω γλώσσα μέσα μου
口を動かす前に手を動かせ くちをうごかすまえにてをうごかせ
άλλο
- 01 λιγότερα λόγια και περισσότερη δουλειά, λιγότερη φλυαρία και περισσότερη πράξη
口語表現 こうごひょうげん
ουσιαστικό
- 01 προφορική έκφραση, καθομιλουμένη
口腔灼熱症候群 こうくうしゃくねつしょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο καύσου του στόματος, σύνδρομο BMS, γλωσσοδυνία
口腔乾燥症 こうくうかんそうしょう
ουσιαστικό
- 01 ξηροστομία, στεγνό στόμα
口腔鏡 こうくうきょう
ουσιαστικό
- 01 στοματοσκόπιο
口角炎 こうかくえん
ουσιαστικό
- 01 γωνιακή χειλίτιδα, γωνιακή χειλώση