369 αποτελέσματα για «多»

多頭飼育 たとうしいく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή μεγάλης κλίμακας
多官能性 たかんのうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυλειτουργικός
多子出産 たししゅっさん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλή κύηση
多子葉植物 たしようしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυκοτυλήδονο φυτό
多要素認証 たようそにんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτοποίηση πολλαπλών παραγόντων, πολυπαραγοντική ταυτοποίηση
多智 たち

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη σοφία
多島美 たとうび

ουσιαστικό

  1. 01 ομορφιά διάσπαρτων νησίδων και νησιών (ειδικότερα της εσωτερικής θάλασσας του Σέτο), ειδυλλιακό τοπίο αρχιπελάγους
多し おおし

άλλο

  1. 01 πολυάριθμος, συχνός
多シナプス反射 たシナプスはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσυναπτικό αντανακλαστικό
多世帯 たせたい

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλά νοικοκυριά
多浪生 たろうせい

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος λυκείου που έχει αποτύχει πολλές φορές στις εισαγωγικές εξετάσεις πανεπιστημίου
多胎妊娠 たたいにんしん

ουσιαστικό

  1. 01 πολύδυμη κύηση
多面待ち ためんまち

ουσιαστικό

  1. 01 πολύπλευρη αναμονή για το τελευταίο πλακίδιο, σύνθετη αναμονή, αναμονή για τρεις ή περισσότερους τύπους πλακιδίων που συμπληρώνουν το χέρι
多面張 タメンチャン

ουσιαστικό

  1. 01 ταμεντσάν, αναμονή πολλών ειδών πλακιδίων, αναμονή τριών ή περισσότερων τύπων πλακιδίων για την ολοκλήρωση ενός συνδυασμού
多原発生 たげんはっせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολυγένεση, πολυφυλετισμός
多産DV たさんディーブイ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαναγκασμός γυναίκας να γεννήσει πολλά παιδιά, αναπαραγωγικός εξαναγκασμός (που οδηγεί σε πολλαπλές γεννήσεις)
多血漢 たけつかん

ουσιαστικό

  1. 01 θερμόαιμος άνδρας
多音節語 たおんせつご

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσύλλαβη λέξη, πολυσύλλαβος
多細胞 たさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυκύτταρος
多血 たけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιματηρότητα, πολυαιμία