333 αποτελέσματα για «女»
女の子っぽい おんなのこっぽい
άλλο, επίθετο
- 01 κοριτσίστικος, θηλυπρεπής
女王様 じょおうさま
ουσιαστικό
- 01 η Αυτού Μεγαλειότης η Βασίλισσα
- 02 κυρία (σε σαδομαζοχιστικό πλαίσιο), κυρίαρχη
女の子座り おんなのこずわり
ουσιαστικό
- 01 κάθισμα κοριτσιού, κάθισμα σε σχήμα W, στάση καθίσματος με τα δύο γόνατα λυγισμένα προς τα έξω και τους γλουτούς ακουμπισμένους στο πάτωμα
女芝居 おんなしばい
ουσιαστικό
- 01 θεατρική παράσταση που εκτελείται αποκλειστικά από γυναίκες
女子美術大学 じょしびじゅつだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τεχνών και Σχεδίου Τζόσιμπι
女性財団 じょせいざいだん
ουσιαστικό
- 01 γυναικείο ίδρυμα
女性連帯基金 じょせいれんたいききん
ουσιαστικό
- 01 Ταμείο γυναικείας αλληλεγγύης
女房学校 にょうぼうがっこう
ουσιαστικό
- 01 σχολείο συζύγων
真・女神転生 しん・めがみてんせい
ουσιαστικό
- 01 Σιν Μεγκάμι Τενσέι (άμεση διάδοχη σειρά της αρχικής σειράς παιχνιδιών ρόλων Μεγκάμι Τενσέι)
女大学 おんなだいがく
ουσιαστικό
- 01 Οννά Νταϊγκάκου (εκπαιδευτικό κείμενο του 18ου αιώνα για γυναίκες, βασισμένο στον νεοκομφουκιανισμό)
女子美術大学短期大学部 じょしびじゅつだいがくたんきだいがくぶ
ουσιαστικό
- 01 Βραχυπρόθεσμο κολέγιο του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Γυναικών
女子栄養大学短期大学部 じょしえいようだいがくたんきだいがくぶ
ουσιαστικό
- 01 Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Διατροφολογίας Kagawa
女
- 01 γυναίκα
- 02 θηλυκό