430 αποτελέσματα για «心»

心身一体 しんしんいったい

ουσιαστικό

  1. 01 ολιστική προσέγγιση της υγείας, ψυχοσωματική ενότητα
心身障害者 しんしんしょうがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με σωματική ή πνευματική αναπηρία, άτομο με αναπηρία
心骨 しんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα και ψυχή, νους και σώμα
  2. 02 βάθος της καρδιάς, τα κατάβαθα της καρδιάς
心臓肥大 しんぞうひだい

ουσιαστικό

  1. 01 διόγκωση της καρδιάς
心を割って話す こころをわってはなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω από καρδιάς, μιλάω με απόλυτη ειλικρίνεια
心の欲する所に従えども矩を踰えず こころのほっするところにしたがえどものりをこえず

άλλο

  1. 01 ακολουθώ τις επιθυμίες της καρδιάς μου χωρίς να παραβαίνω τον ηθικό νόμο
心休め こころやすめ

ουσιαστικό

  1. 01 παρηγοριά, ανακούφιση
心雑音 しんざつおん

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιακό φύσημα
心身一如 しんしんいちにょ

ουσιαστικό

  1. 01 ενότητα σώματος και πνεύματος, σωματική και πνευματική ενότητα
心障 しんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική διαταραχή
心身障害児 しんしんしょうがいじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί με σωματική ή νοητική αναπηρία, ανάπηρο παιδί
心の哲学 こころのてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία του νου
心を疲らす こころをつからす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουράζω το πνεύμα μου
心情倫理 しんじょうりんり

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική της πεποίθησης
心理的瑕疵物件 しんりてきかしぶっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ακίνητο με ψυχολογικό ελάττωμα, οίκημα στο οποίο έχει συμβεί κάποιο έγκλημα, θάνατος κ.λπ.
心因性反応 しんいんせいはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχογενής αντίδραση
心念口称 しんねんくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στοχασμός πάνω στον Βούδα ενώ ψάλλεται το όνομά του
心が清まる こころがきよまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 νιώθω αγνότητα, καθαρίζει η ψυχή μου
心字池 しんじいけ

ουσιαστικό

  1. 01 λίμνη σε σχήμα του ιαπωνικού ιδεογράμματος «καρδιά» (σε παραδοσιακούς ιαπωνικούς κήπους)
心臓神経症 しんぞうしんけいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιακή νεύρωση