479 αποτελέσματα για «気»
気に染む きにそむ
άλλο, ρήμα
- 01 μου αρέσει, με ικανοποιεί, είμαι ευχαριστημένος με κάτι
気が差す きがさす
άλλο, ρήμα
- 01 αισθάνομαι ανήσυχος, ανησυχώ για κάτι
気は心 きはこころ
άλλο
- 01 αυτό που μετράει είναι η πρόθεση
気骨が折れる きぼねがおれる
άλλο, ρήμα
- 01 ψυχικά εξαντλούμαι, κουράζομαι από το άγχος
気変わり きがわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή γνώμης
気違い沙汰 きちがいざた
ουσιαστικό
- 01 παράφρων συμπεριφορά, παραφροσύνη
気分が弾む きぶんがはずむ
άλλο, ρήμα
- 01 ενθουσιάζομαι, ανεβάζω τη διάθεσή μου
気受け きうけ
ουσιαστικό
- 01 δημοφιλία
- 02 εύνοια
気負い込む きおいこむ
ρήμα
- 01 ενθουσιάζομαι, ανυπομονώ, δραστηριοποιούμαι, προετοιμάζομαι ψυχολογικά
気随気儘 きずいきまま
ουσιαστικό
- 01 όπως επιθυμεί κανείς, κατά βούληση, ασύδοτα
気分がふさぐ きぶんがふさぐ
άλλο, ρήμα
- 01 νιώθω μελαγχολικός, νιώθω κατάθλιψη
気閘 きこう
ουσιαστικό
- 01 αεροφράκτης, θάλαμος αποσυμπίεσης
気室 きしつ
ουσιαστικό
- 01 θάλαμος αέρα
気触れる かぶれる
ρήμα
- 01 παρουσιάζω δερματικό εξάνθημα ή φλεγμονή (π.χ. ως αντίδραση σε ερεθιστική ουσία), αντιδρώ σε κάτι
- 02 επηρεάζομαι έντονα (συνήθως με αρνητική ή επικριτική χροιά)
気保養 きほよう
ουσιαστικό
- 01 ψυχαγωγία, αλλαγή παραστάσεων
気化器 きかき
ουσιαστικό
- 01 ατμοποιητής
- 02 καρμπυρατέρ
気が詰まる きがつまる
άλλο, ρήμα
- 01 αισθάνομαι καταπιεσμένος, νιώθω άβολα
気炎万丈 きえんばんじょう
ουσιαστικό
- 01 σε υψηλό φρόνημα, καυχησιάρης
気管内挿管 きかんないそうかん
ουσιαστικό
- 01 ενδοτραχειακή διασωλήνωση
気分障害 きぶんしょうがい
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή της διάθεσης