395 αποτελέσματα για «特»

特定非営利活動団体 とくていひえいりかつどうだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 μη κερδοσκοπική οργάνωση, μη κερδοσκοπικός οργανισμός
特定独立行政法人等の労働関係に関する法律 とくていどくりつぎょうせいほうじんとうのろうどうかんけいにかんするほうりつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί εργασιακών σχέσεων των ειδικών ανεξάρτητων διοικητικών οργανισμών κ.λπ. (2002)
特異行列 とくいぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιάζων πίνακας
特定厨 とくていちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που αποκαλύπτει προσωπικές πληροφορίες άλλων (κυρίως μέσω διαδικτυακής έρευνας), doxxer, doxer, διαδικτυακός ερευνητής
  2. 02 άτομο που εντοπίζει τοποθεσίες ή αντικείμενα της πραγματικής ζωής που εμφανίζονται σε άνιμε, βιντεοπαιχνίδια κ.λπ.
特別送達 とくべつそうたつ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική επίδοση (κατηγορία αλληλογραφίας)
特学 とくがく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική τάξη για μαθητές με αναπηρίες, τάξη ειδικής αγωγής
特別永住者証明書 とくべつえいじゅうしゃしょうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό ειδικού μόνιμου κατοίκου
特願 とくがん

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
特商法 とくしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί καθορισμένων εμπορικών συναλλαγών
特殊相対論 とくしゅそうたいろん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική θεωρία της σχετικότητας
特産種 とくさんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδημικό είδος, αυτόχθονο είδος
特別急行券 とくべつきゅうこうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο ειδικής ταχείας αμαξοστοιχίας (συνήθως απαιτείται επιπλέον του βασικού εισιτηρίου), εισιτήριο περιορισμένης ταχείας αμαξοστοιχίας
特異値 とくいち

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιάζουσα τιμή
特攻武術 トゥコンムスル

ουσιαστικό

  1. 01 Τουκόνγκ Μουσούλ (κορεατική πολεμική τέχνη), Τέουκ-γκονγκ Μουσούλ
特定妊婦 とくていにんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική εγκυμονούσα, εγκυμονούσα η οποία έχει αναγνωριστεί ως άτομο που χρήζει επιπλέον υποστήριξης μετά τη γέννα (λόγω ασταθούς εισοδήματος, ψυχικής νόσου κ.λπ.)
特定複合観光施設区域 とくていふくごうかんこうしせつくいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ειδικών σύνθετων τουριστικών εγκαταστάσεων, περιοχή εγκεκριμένη για τη φιλοξενία ολοκληρωμένων θερέτρων με καζίνο
特漉き とくすき

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόντα κατασκευασμένα από ειδικό χαρτί ή υλικά χαρτιού
特別支援 とくべつしえん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες
特別顧問 とくべつこもん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός σύμβουλος
特定行政庁 とくていぎょうせいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική διοικητική αρχή (δήμος ή δημόσιος φορέας που διαθέτει διορισμένο υπεύθυνο κτιρίων και είναι υπεύθυνος για την έκδοση πιστοποιητικών δόμησης)