377 αποτελέσματα για «通»
通関ベース つうかんベース
ουσιαστικό
- 01 βάση εκτελωνισμού
通貨学派 つうかがくは
ουσιαστικό
- 01 σχολή του νομίσματος, βρετανική νομισματική σχολή
通貨主義 つうかしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 νομισματική θεωρία, νομισματικό δόγμα
通知バー つうちバー
ουσιαστικό
- 01 γραμμή κατάστασης
通話表 つうわひょう
ουσιαστικό
- 01 φωνητικό αλφάβητο (π.χ. Α για άλφα, Β για μπράβο κ.λπ.), φωνητικός κώδικας
通直 つうちょく
ουσιαστικό
- 01 ίσια νερά (ξύλου)
通用音 つうようおん
ουσιαστικό
- 01 δημοφιλώς καθιερωμένη ανάγνωση τσουγιό-ον ενός κάντζι (σε αντίθεση με εκείνες που προέρχονται από την κινεζική γλώσσα)
通信コース つうしんコース
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, πρόγραμμα δι' αλληλογραφίας, διαδικτυακό πρόγραμμα
通用拼音 つうようピンイン
ουσιαστικό
- 01 Τονγκγιόνγκ πινγίν, πρώην επίσημο σύστημα μεταγραφής της Ταϊβάν
通理 つうり
ουσιαστικό
- 01 γενικά κατανοητή λογική
- 02 σαφής λογική, ορθολογισμός, το να βγάζει νόημα
通訳士 つうやくし
ουσιαστικό
- 01 διερμηνέας
通州事件 つうしゅうじけん
ουσιαστικό
- 01 συμβάν της Τουντζού (1937), επεισόδιο της Τουντζού
通勤災害 つうきんさいがい
ουσιαστικό
- 01 εργατικό ατύχημα κατά τη διαδρομή, τραυματισμός κατά τη μετακίνηση, τραυματισμός που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της μετακίνησης προς ή από την εργασία
通勤特急 つうきんとっきゅう
ουσιαστικό
- 01 εξπρές προαστιακός, περιορισμένης στάσης προαστιακός, ταχύρρυθμο προαστιακό τρένο
通塾 つうじゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φοίτηση σε φροντιστήριο, μετακίνηση για φοίτηση σε φροντιστήριο
通過ビザ つうかビザ
ουσιαστικό
- 01 θεώρηση διέλευσης (transit visa)
通過査証 つうかさしょう
ουσιαστικό
- 01 διαμετακομιστική βίζα
通特 つうとく
ουσιαστικό
- 01 ταχύρρυθμο προαστιακό τρένο, προαστιακό εξπρές, προαστιακό τρένο περιορισμένων στάσεων
通行帯 つうこうたい
ουσιαστικό
- 01 λωρίδα κυκλοφορίας (για οχήματα)
通行者 つうこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 περαστικός, πεζός