353 αποτελέσματα για «連»
連木で腹を切る れんぎではらをきる
άλλο, ρήμα
- 01 προσπαθώ να κάνω το ακατόρθωτο, επιχειρώ να κάνω χαρακίρι με γουδοχέρι
連通 れんつう
ουσιαστικό
- 01 επικοινωνία, σύνδεση, συνένωση
連通管 れんつうかん
ουσιαστικό
- 01 συγκοινωνούντα δοχεία
連れ高 つれだか
ουσιαστικό
- 01 άνοδος χρηματιστηριακής τιμής ως απόκριση στην άνοδο άλλων μετοχών
連続起業家 れんぞくきぎょうか
ουσιαστικό
- 01 κατά συρροή επιχειρηματίας
連絡運輸 れんらくうんゆ
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμένη μεταφορά, διαμπερές εισιτήριο, μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων που διεκπεραιώνεται από δύο ή περισσότερες εταιρείες μέσω συμφωνίας
連絡道路 れんらくどうろ
ουσιαστικό
- 01 δρόμος πρόσβασης, συνδετήριος οδός, διαδρομή επικοινωνίας
連携強化 れんけいきょうか
ουσιαστικό
- 01 ενίσχυση μιας συνεργασίας (ειδικά μεταξύ εθνών), στερέωση μιας συνεργατικής σχέσης
連母音 れんぼいん
ουσιαστικό
- 01 δίφθογγος
連邦大学 れんぽうだいがく
ουσιαστικό
- 01 ομοσπονδιακό πανεπιστήμιο
連結財務諸表 れんけつざいむしょひょう
ουσιαστικό
- 01 ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις
連ツイ れんツイ
ουσιαστικό
- 01 διαδοχικά τιτιβίσματα, σειρά από τιτιβίσματα, νήμα συζήτησης (στο Twitter)
連弾曲 れんだんきょく
ουσιαστικό
- 01 κομμάτι για πιάνο με τέσσερα χέρια, σύνθεση για πιάνο με τέσσερα χέρια
連続値 れんぞくち
ουσιαστικό
- 01 συνεχής τιμή
連鎖式 れんさしき
ουσιαστικό
- 01 σωρειτικός συλλογισμός
連続技 れんぞくわざ
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός, αλληλουχία χτυπημάτων
- 02 συνεχόμενες τεχνικές, ρεντζόκου βάζα
連筆 れんぴつ
ουσιαστικό
- 01 ρενπίτσου, πινέλο που αποτελείται από πολλά πινέλα ενωμένα στη σειρά
連雀 れんじゃく
ουσιαστικό
- 01 κεδρότσιχλα (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας Βομβυκιλλίδες)
連邦主義 れんぽうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 ομοσπονδισμός
連対 れんたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τερματισμός στις δύο πρώτες θέσεις (σε αθλήματα, παιχνίδια κ.λπ.), κατάκτηση της πρώτης ή δεύτερης θέσης