550 αποτελέσματα για «金»

金肥 きんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό λίπασμα
金隠し きんかくし

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα ή προστατευτικό για τους όρχεις
  2. 02 κάλυμμα ή προστατευτικό πέταλο σε ουρητήριο ή τουαλέτα τύπου «τούρκικης»
金鮒 きんぶな

ουσιαστικό

  1. 01 κινμπούνα (είδος ψαριού Carassius buergeri)
金襴手 きんらんで

ουσιαστικό

  1. 01 πορσελάνη με χρυσή διακόσμηση (κινράντε)
金融ビッグバン きんゆうビッグバン

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό μπιγκ μπανγκ (πρόγραμμα χρηματοοικονομικής απορρύθμισης και μεταρρύθμισης, 1996-2001)
金天狗 きんてんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσός τένγκου
金剛砂 こんごうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σμύριδα (σκόνη)
金明竹 きんめいちく

ουσιαστικό

  1. 01 κινμεϊτσικού (ποικιλία ιαπωνικού ξυλώδους μπαμπού, Phyllostachys bambusoides)
金銭ずく きんせんずく

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση του χρήματος ως όπλο, η δύναμη του χρήματος
金の世の中 かねのよのなか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 το χρήμα κυβερνά τον κόσμο, ο κόσμος των πλουσίων
金甌無欠 きんおうむけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αψεγάδιαστος, τέλειος
  2. 02 έθνος που δεν έχει δεχθεί ποτέ εισβολή από ξένες δυνάμεις
金利負担 きんりふたん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβάρυνση τόκων, βάρος τόκων, κόστος τόκων, βάρος πληρωμής τόκων
金蠅 きんばえ

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσόμυγα (ειδικότερα το είδος Λουκίλια η καίσαρος)
金剛鈴 こんごうれい

ουσιαστικό

  1. 01 κουγκουρέι (τελετουργικό κουδούνι του βουδισμού με λαβή σε σχήμα κεραυνού)
金属鉱物 きんぞくこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλοφόρο ορυκτό, μεταλλικό ορυκτό
金器 きんき

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσό αντικείμενο, χρυσαφικό
金塊相場 きんかいそうば

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή χρυσού σε ράβδους, ισοτιμία χρυσού, τιμή χρυσού
金鋏 かなばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβίδα, ψαλίδι
金食い かねくい

επίθετο

  1. 01 δαπανηρός, πολυέξοδος, σπάταλος
金属間 きんぞくかん

ουσιαστικό

  1. 01 διαμεταλλικός