725 αποτελέσματα για «三»

三舎を避ける さんしゃをさける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ αποστάσεις από κάποιον (λόγω φόβου ή επειδή το άτομο αυτό είναι ανώτερο)
三所攻め みところぜめ

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλή επίθεση, τακτική κύκλωσης
三等陸佐 さんとうりくさ

ουσιαστικό

  1. 01 αντισυνταγματάρχης (ιαπωνικός στρατός ξηράς)
三景 さんけい

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις φημισμένες τοποθεσίες με φυσική ομορφιά
三目並べ さんもくならべ

ουσιαστικό

  1. 01 τρίλιζα
三十にして立つ さんじゅうにしてたつ

άλλο

  1. 01 γίνομαι τριάντα ετών και συνεπώς ανεξάρτητος, στα τριάντα κάποιος στέκεται στα πόδια του
三重冠 さんじゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλή τιάρα (παπική)
三水 さんずい

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του νερού (ριζικό 85)
  2. 02 διαφθορά, δωροδοκία
  3. 03 αλκοόλ, σάκε
三軸 さんじく

ουσιαστικό

  1. 01 τριαξονικός
三枚続き さんまいつづき

ουσιαστικό

  1. 01 τρίπτυχο
三后 さんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη αυτοκράτειρα μητέρα, αυτοκράτειρα μητέρα και αυτοκράτειρα σύζυγος
三角縁神獣鏡 さんかくぶちしんじゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίος καθρέφτης με τριγωνικό χείλος διακοσμημένος με θεούς και ζώα
三菱商事 みつびししょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 Μιτσουμπίσι Σότζι
三十三回忌 さんじゅうさんかいき

ουσιαστικό

  1. 01 τριεξακοσιοστή επέτειος θανάτου (συμπλήρωση τριάντα τριών ετών από τον θάνατο κάποιου κατά τη βουδιστική παράδοση)
三重水素 さんじゅうすいそ

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτιο
三部経 さんぶきょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις βασικές σούτρες (μιας σχολής του Βουδισμού)
三筆 さんぴつ

ουσιαστικό

  1. 01 οι τρεις διάσημοι αρχαίοι καλλιγράφοι (αυτοκράτορας Σάγκα, Τατσιμπάνα νο Χαγιανάρι και Κόμπο Ντάισι)
三幅対 さんぷくつい

ουσιαστικό

  1. 01 τριάδα, σύνολο τριών
三日路 みっかじ

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίδι τριών ημερών
三河万歳 みかわまんざい

ουσιαστικό

  1. 01 μικάβα μανζάι, είδος μανζάι με καταγωγή από την περιοχή Μικάβα στον νομό Άιτσι