611 αποτελέσματα για «二»

二重外交 にじゅうがいこう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή διπλωματία
二次コン にじコン

ουσιαστικό

  1. 01 νιτζικόν, το σύνθετο του δισδιάστατου, άτομα που ενδιαφέρονται περισσότερο για δισδιάστατα (δηλαδή anime ή manga) κορίτσια παρά για πραγματικούς ανθρώπους
二次文献 にじぶんけん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερογενής πηγή
二次配布 にじはいふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δευτερογενής διανομή
二重課税 にじゅうかぜい

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή φορολογία
二君に仕えず にくんにつかえず

άλλο

  1. 01 ένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους
二核 にかく

ουσιαστικό

  1. 01 διπύρηνος
二酸化塩素 にさんかえんそ

ουσιαστικό

  1. 01 διοξείδιο του χλωρίου
二部合奏 にぶがっそう

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικό ντουέτο, σύνολο δύο μερών
二名法 にめいほう

ουσιαστικό

  1. 01 διωνυμική ονοματολογία
二部教授 にぶきょうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα δύο τμημάτων
二原子 にげんし

ουσιαστικό

  1. 01 διατομικός
二重盲検試験 にじゅうもうけんしけん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλά τυφλή δοκιμή, διπλά τυφλή κλινική μελέτη
二分脊椎 にぶんせきつい

ουσιαστικό

  1. 01 δισχιδής ράχη
二眼レフ にがんレフ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλοκάμερη φωτογραφική μηχανή (twin-lens reflex camera)
二等分線 にとうぶんせん

ουσιαστικό

  1. 01 διχοτόμος
二部授業 にぶじゅぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή βάρδια μαθημάτων
二黄卵 におうらん

ουσιαστικό

  1. 01 αυγό με δύο κρόκους
二度咲き にどざき

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερη άνθιση
二級酒 にきゅうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοόλ δεύτερης ποιότητας