539 αποτελέσματα για «出»

出世物語 しゅっせものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία επιτυχίας
出版年 しゅっぱんねん

ουσιαστικό

  1. 01 έτος έκδοσης
出版記念パーティー しゅっぱんきねんパーティー

ουσιαστικό

  1. 01 πάρτι παρουσίασης βιβλίου
出来秋 できあき

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή περίοδος συγκομιδής, εποχή θερισμού
出郷 しゅっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη της πατρίδας, ιερέας που εξέρχεται για διδασκαλία
出方 でかた

ουσιαστικό

  1. 01 στάση, προσέγγιση, κίνηση
  2. 02 ταξιθέτης θεάτρου
出産手当 しゅっさんてあて

ουσιαστικό

  1. 01 επίδομα μητρότητας, επίδομα τοκετού
出血過多 しゅっけつかた

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική αιμορραγία
出様 でよう

ουσιαστικό

  1. 01 στάση, κίνηση, μέτρα (που λαμβάνονται)
出外れ ではずれ

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη, περιφέρεια (ενός χωριού)
出征軍人 しゅっせいぐんじん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιώτης στο μέτωπο
出展作品 しゅってんさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 εκθέματα, έργα που παρουσιάζονται σε έκθεση
出し投げ だしなげ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνικές νίκης στις οποίες ο αντίπαλος ρίχνεται χωρίς στενή σωματική επαφή
出国管理 しゅっこくかんり

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος εξόδου από τη χώρα
出版許可 しゅっぱんきょか

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια έκδοσης
出歯 でば

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχον δόντι, προγναθισμός
出張員 しゅっちょういん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρόσωπος, απεσταλμένος υπάλληλος
出訴 しゅっそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσβαση στη δικαιοσύνη, άσκηση αγωγής
出力データ しゅつりょくデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα εξόδου
出居 いでい

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο κάθισμα
  2. 02 δωμάτιο που χρησίμευε ταυτόχρονα ως αίθουσα υποδοχής και ως καθιστικό σε αρχοντικό της περιόδου Χεϊάν
  3. 03 προσωρινό κάθισμα εγκατεστημένο στον κήπο της αυτοκρατορικής αυλής, που χρησιμοποιούνταν σε τελετές τοξοβολίας ή σούμο