351 αποτελέσματα για «口»

口唇炎 こうしんえん

ουσιαστικό

  1. 01 χειλίτιδα, ξηροδερμία χειλιών
口頭伝承 こうとうでんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προφορική παράδοση, προφορική μεταβίβαση
口唇動脈 こうしんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 χειλική αρτηρία
口腔病理学 こうくうびょうりがく

ουσιαστικό

  1. 01 στοματολογία, στοματική παθολογοανατομία
口が合う くちがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω παρόμοια γούστα (στο φαγητό), έχω συμβατούς ουρανίσκους
  2. 02 είμαι συγχρονισμένος (για κινήσεις χειλιών με προφορικό λόγο ή τραγούδι)
  3. 03 κατανοώ ο ένας τον άλλον, είμαι σε συμφωνία
口内丼 こうないどん

ουσιαστικό

  1. 01 η ανάμειξη ρυζιού και συνοδευτικών πιάτων μέσα στο στόμα
口をつく くちをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεφεύγω (για λόγια, παρατηρήσεις κ.λπ.), κυλώ από τα χείλη, ξεστομίζω κάτι αυθόρμητα
口部 こうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 στοματική περιοχή, στοματική χώρα
  2. 02 ριζικό των κάντζι που σημαίνει στόμα
口部分 くちぶぶん

ουσιαστικό

  1. 01 άνοιγμα (π.χ. μιας τσάντας)
  2. 02 περιοχή του στόματος
口角挙筋 こうかくきょきん

ουσιαστικό

  1. 01 ανελκτήρας της γωνίας του στόματος, κυνικός μυς
  1. 01 στόμα