369 αποτελέσματα για «多»

多対一 たたいいち

ουσιαστικό

  1. 01 πολλοί προς έναν
多動症 たどうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερκινητικότητα (παιδιού), υπερκινησία
多発性神経炎 たはつせいしんけいえん

ουσιαστικό

  1. 01 πολυευροπάθεια, πολυευρίτιδα
多元宇宙 たげんうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσύμπαν
多階層 たかいそう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυεπίπεδος, πολυστρωματικός
多脾症候群 たひしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο πολυ σπληνίας
多発性骨髄腫 たはつせいこつずいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλούν μυέλωμα
多声音楽 たせいおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 πολυφωνία
多硫化物 たりゅうかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσουλφίδιο
多産多死 たさんたし

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλός δείκτης γεννητικότητας και υψηλός δείκτης θνησιμότητας
多浪 たろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτυγχάνω στις εισαγωγικές εξετάσεις για πολλά συνεχή έτη
多品種少量生産 たひんしゅしょうりょうせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή πολλών τύπων προϊόντων σε μικρές ποσότητες, κατασκευή μεγάλης ποικιλίας ειδών σε περιορισμένες παρτίδες
多視症 たししょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυωπία, πολλαπλή όραση
多毛症 たもうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερτρίχωση, υπερβολική τριχοφυΐα
多原発生説 たげんはっせいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολυγένεση
多原子価 たげんしか

ουσιαστικό

  1. 01 πολυσθενής, πολυδύναμος
多重人格障害 たじゅうじんかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας, διαταραχή διασπαστικής ταυτότητας
多重人格症 たじゅうじんかくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας
多指症 たししょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυδακτυλία
多銭 たせん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλά χρήματα, πλούτη, περιουσία
  2. 02 πλούσιος άνθρωπος, εύπορο άτομο