430 αποτελέσματα για «心»

心身爽快 しんしんそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 αναζωογονημένος σωματικά και πνευματικά
心得顔 こころえがお

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμογελαστό βλέμμα που δείχνει ότι κάποιος γνωρίζει ή κατανοεί κάτι
心臓弁膜 しんぞうべんまく

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιακή βαλβίδα
心情論 しんじょうろん

ουσιαστικό

  1. 01 συναισθηματισμός, συναισθηματική προσέγγιση
心皮 しんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 καρπόφυλλο
心が込められた こころがこめられた

άλλο

  1. 01 ολόψυχος, ειλικρινής
心身障害 しんしんしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχική ή σωματική διαταραχή, ψυχική ή σωματική αναπηρία
心破裂 しんはれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρήξη μυοκαρδίου, καρδιακή ρήξη, ρήξη καρδιάς, καρδιορρηξία
心膜炎 しんまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 περικαρδίτιδα
心身医学 しんしんいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοσωματική ιατρική
心を込めて こころをこめて

άλλο

  1. 01 ολόψυχα, με όλη μου την καρδιά
心の平ら こころのたいら

επίθετο

  1. 01 ψύχραιμος, πράος
心土 しんど

ουσιαστικό

  1. 01 υπέδαφος
心後れ こころおくれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοπεποίθηση, δειλία
心理戦争 しんりせんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχολογικός πόλεμος
心を奪われる こころをうばわれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γοητεύομαι από, σαγηνεύομαι από
心を動かされる こころをうごかされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκινούμαι, επηρεάζομαι συναισθηματικά
心無し研削 しんなしけんさく

ουσιαστικό

  1. 01 ακέντρητη λείανση
心抜き器 しんぬきき

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνοκόπτης
心的表示 しんてきひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 νοητική αναπαράσταση