522 αποτελέσματα για «新»
新生児黄疸 しんせいじおうだん
ουσιαστικό
- 01 νεογνικός ίκτερος
新卒一括採用 しんそついっかつさいよう
ουσιαστικό
- 01 ταυτόχρονη πρόσληψη νέων αποφοίτων, περιοδική πρόσληψη νέων αποφοίτων
新スタートレック しんスタートレック
ουσιαστικό
- 01 Σταρ Τρεκ: Η Επόμενη Γενιά
新方言 しんほうげん
ουσιαστικό
- 01 νέα διάλεκτος, νέα τοπική διάλεκτος
新規投資 しんきとうし
ουσιαστικό
- 01 νέα επένδυση
新仮名遣い しんかなづかい
ουσιαστικό
- 01 νέα ορθογραφία κάνα (μεταρρύθμιση του 1946, τροποποιήθηκε το 1986), σύγχρονη ορθογραφία κάνα
新近効果 しんきんこうか
ουσιαστικό
- 01 φαινόμενο της πρόσφατης πληροφορίας
新義真言宗 しんぎしんごんしゅう
ουσιαστικό
- 01 Σίνγκι Σινγκόν (σχολή του βουδισμού «νέος Σινγκόν»)
新十両 しんじゅうりょう
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής που προάγεται για πρώτη φορά στην κατηγορία τζούριο
新貨 しんか
ουσιαστικό
- 01 νέο νόμισμα
新小豆 しんあずき
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοκομμένα φασόλια ατζούκι
新界 しんかい
ουσιαστικό
- 01 Νέα Εδάφη (Χονγκ Κονγκ)
- 02 νεογαιακό βασίλειο (χερσαία υποδιαίρεση στη ζωογεωγραφία)
新自由主義者 しんじゆうしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 νεοφιλελεύθερος
新楽 しんがく
ουσιαστικό
- 01 νέα μουσική
- 02 σινγκάκου (μουσικό κομμάτι γκαγκάκου μετά τη δυναστεία των Τανγκ)
新相撲 しんすもう
ουσιαστικό
- 01 νέο σούμο (για γυναίκες) που διεξάγεται πάνω σε στρώμα, φορώντας κορμάκια αντί για μαουάσι
新聞売店 しんぶんばいてん
ουσιαστικό
- 01 περίπτερο εφημερίδων, σημείο πώλησης εφημερίδων
新規公開株式 しんきこうかいかぶしき
ουσιαστικό
- 01 δημόσια εγγραφή μετοχών
新内節 しんないぶし
ουσιαστικό
- 01 είδος απαγγελίας σιννάι-μπουσί (τύπος αφηγηματικού τραγουδιού τζόρουρι)
新律 しんりつ
ουσιαστικό
- 01 νέος νόμος
新三役 しんさんやく
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής που προήχθη πρόσφατα σε βαθμίδα σάνιακου