359 αποτελέσματα για «正»

正距図法 せいきょずほう

ουσιαστικό

  1. 01 ισαπέχουσα προβολή
正確に言うと せいかくにいうと

άλλο

  1. 01 για να είμαι ακριβής, για να μιλήσουμε με ακρίβεια, αυστηρά μιλώντας
正確に言えば せいかくにいえば

άλλο

  1. 01 για να είμαι ακριβής, για να μιλήσω με ακρίβεια, αυστηρά μιλώντας
正準交換関係 せいじゅんこうかんかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική σχέση μεταθέσεως (κβαντομηχανική), CCR
正準 せいじゅん

άλλο

  1. 01 κανονικός
正義マン せいぎマン

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδικαιούμενος, αυτόκλητος τιμωρός
正看 せいかん

ουσιαστικό

  1. 01 νοσηλευτής, νοσοκόμος
正看護師 せいかんごし

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχιούχος νοσηλευτής, εγγεγραμμένος νοσηλευτής, νοσηλευτής γενικής κατεύθυνσης
正拳 せいけん

ουσιαστικό

  1. 01 σέικεν (ορθή γροθιά στο καράτε), ευθεία γροθιά
正像 せいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική εικόνα (μη κατοπτρική)
正勝吾勝 まさかつあがつ

άλλο

  1. 01 η αληθινή νίκη είναι η νίκη πάνω στον εαυτό μας
正羽 せいう

ουσιαστικό

  1. 01 περίγραμμα πτερού
正機 しょうき

ουσιαστικό

  1. 01 εκείνοι που είναι σε θέση να δεχτούν τη διδασκαλία και τη σωτηρία
正中仙骨動脈 せいちゅうせんこつどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μέση ιερή αρτηρία
正転 せいてん

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική φορά, δεξιόστροφη φορά (για μηχανές)
正妃 せいひ

ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμη σύζυγος αυτοκράτορα ή βασιλιά, πρώτη σύζυγος, βασίλισσα, αυτοκράτειρα
正矢 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 ημίτονο του τόξου (versed sine, versine)
正栄食品 しょうえいしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 Σοέι Φουντς Κορπορέισον
  1. 01 σωστός, ορθός
  2. 02 δικαιοσύνη
  3. 03 δίκαιος, ενάρετος
  4. 04 10 στην 40ή δύναμη