479 αποτελέσματα για «気»

気管内チューブ きかんないチューブ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοτραχειακός σωλήνας
気送管 きそうかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας πνευματικής μεταφοράς
気団 きだん

ουσιαστικό

  1. 01 αέρια μάζα
  2. 02 έγγαμος άνδρας
気鬱症 きうつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάθλιψη, μελαγχολία
気任せ きまかせ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ενεργώ κατά βούληση, ακολουθώ το ένστικτό μου
気象研究所 きしょうけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Μετεωρολογικών Ερευνών
気象レーダー きしょうレーダー

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογικό ραντάρ
気相 きそう

ουσιαστικό

  1. 01 αέρια φάση
気の大きい きのおおきい

άλλο

  1. 01 μεγαλόψυχος, γενναιόδωρος
気胞 きほう

ουσιαστικό

  1. 01 ουροδόχος κύστη, κυστίδιο
気が転倒する きがてんとうする

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την αυτοκυριαρχία μου, τα χάνω, χάνω την ισορροπία μου, αναστατώνομαι, μπερδεύομαι, ταράζομαι
気持ちをそらす きもちをそらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποσπώ την προσοχή κάποιου
気移り きうつり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσπαση προσοχής
気煩い きわずらい

ουσιαστικό

  1. 01 νευρικό κλονισμός, νεύρωση, ασθένεια από άγχος
気象警報 きしょうけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογική προειδοποίηση
気まま勝手 きままかって

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυθαίρετος, ιδιότροπος, ο οποίος πράττει ή λέει πράγματα κατά το δοκούν για να εξυπηρετήσει το προσωπικό του συμφέρον
気込み きごみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθουσιασμός, ζήλος, ορμή
気が若い きがわかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 νέος στην καρδιά
気乗りしない きのりしない

επίθετο

  1. 01 απροθυμος, χλιαρος
気を持たす きをもたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω ελπίδες σε κάποιον, ενθαρρύνω κάποιον να περιμένει κάτι