417 αποτελέσματα για «空»
空色朝顔 そらいろあさがお
ουσιαστικό
- 01 σοραΐρο ασαγκάο (είδος πρωινής δόξας, Ipomoea tricolor)
空きファイル あきファイル
ουσιαστικό
- 01 κενό αρχείο
空き媒体 あきばいたい
ουσιαστικό
- 01 κενό μέσο
空の文字列 からのもじれつ
ουσιαστικό
- 01 κενή συμβολοσειρά, μηδενική συμβολοσειρά
空アドレス くうアドレス
ουσιαστικό
- 01 κενή διεύθυνση
空状態 くうじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κενή κατάσταση, μηδενική κατάσταση
空対応表 くうたいおうひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας κενής αντιστοίχισης
空内部様式 くうないぶようしき
ουσιαστικό
- 01 στυλ κενού εσωτερικού
空白デリミター くうはくデリミター
ουσιαστικό
- 01 οριοθέτης κενού διαστήματος
空白列 くうはくれつ
ουσιαστικό
- 01 κενή ακολουθία
空連結集合 くうれんけつしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 κενό σύνολο συνδέσμων
空気を読めない くうきをよめない
άλλο, επίθετο
- 01 ανίκανος να αντιληφθεί την κατάσταση, αδυναμία να κατανοήσει τη διάθεση (π.χ. μιας συζήτησης), αδυναμία να διαβάσει τον χώρο
空港税 くうこうぜい
ουσιαστικό
- 01 φόροι που επιβάλλονται από αεροδρόμια, φόρος αεροδρομίου
空中ブランコ曲芸師 くうちゅうブランコきょくげいし
ουσιαστικό
- 01 ακροβάτης του τραπεζιού, εναέριος ακροβάτης
空胞 くうほう
ουσιαστικό
- 01 κενότοπο (ειδικά σε ζωικό κύτταρο)
空気ハンマー くうきハンマー
ουσιαστικό
- 01 αεροσφυρηλάτης
空力性能 くうりきせいのう
ουσιαστικό
- 01 αεροδυναμική απόδοση
空間経済学 くうかんけいざいがく
ουσιαστικό
- 01 χωροταξική οικονομική
空気冷却 くうきれいきゃく
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ψύξη με αέρα
空気調和機 くうきちょうわき
ουσιαστικό
- 01 μονάδα κλιματισμού, κλιματιστικό