377 αποτελέσματα για «通»

通知義務 つうちぎむ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρέωση ενημέρωσης
通訳案内士法 つうやくあんないしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί αδειούχων ξεναγών-διερμηνέων
通格 つうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή πτώση
通商路 つうしょうろ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική οδός
通常通り つうじょうどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όπως συνήθως
通常郵便物 つうじょうゆうびんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταχυδρομικά αντικείμενα επιστολών, απλή αλληλογραφία
通学服 つうがくふく

ουσιαστικό

  1. 01 σχολική στολή
通常版 つうじょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική έκδοση, κανονική έκδοση
通常盤 つうじょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 κανονική έκδοση (δίσκου, CD, κ.λπ.), απλή έκδοση
通運会社 つううんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορική εταιρεία, γραφείο διαμεταφοράς
通導散 つうどうさん

ουσιαστικό

  1. 01 τσου-ντο-σαν (παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
通経 つうけい

ουσιαστικό

  1. 01 διέγερση της εμμήνου ρύσης
  2. 02 καλή γνώση των κομφουκιανικών κλασικών κειμένων
通販サイト つうはんサイト

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοσελίδα ηλεκτρονικού εμπορίου
通快 つうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύρρυθμο προαστιακό τρένο, προαστιακό express, προαστιακό limited express
通行料金 つうこうりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 διόδια
通話録音 つうわろくおん

ουσιαστικό

  1. 01 καταγραφή τηλεφωνικής κλήσης
通知領域 つうちりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ειδοποιήσεων, περιοχή συστήματος
  2. 02 γραμμή ειδοποιήσεων (σε συσκευή Android), συρτάρι ειδοποιήσεων
通時 つうじ

ουσιαστικό

  1. 01 διαχρονία
通貨改革 つうかかいかく

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική μεταρρύθμιση
通貨縮小 つうかしゅくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποπληθωρισμός, συρρίκνωση του νομίσματος