353 αποτελέσματα για «連»

連銀 れんぎん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική τράπεζα
  2. 02 ομοσπονδιακή τράπεζα αποθεμάτων (των ΗΠΑ)
連碁 れんご

ουσιαστικό

  1. 01 ρένγκο, παιχνίδι Γκο στο οποίο δύο ομάδες πολλών παικτών παίζουν εναλλάξ
連子鯛 レンコダイ

ουσιαστικό

  1. 01 ρενκοντάι, είδος τσιπούρας (Taius tumifrons), κίτρινη τσιπούρα
連鎖販売取引 れんさはんばいとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 δικτυακό μάρκετινγκ, πολυεπίπεδο μάρκετινγκ, πώληση πυραμίδας
連続犯 れんぞくはん

ουσιαστικό

  1. 01 διαρκές έγκλημα (πολλαπλές συνεχόμενες αξιόποινες πράξεις που αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο έγκλημα, καταργήθηκε το 1947), διαρκές αδίκημα
連結棒 れんけつぼう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετική ράβδος
連続殺人事件 れんぞくさつじんじけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση κατά συρροή ανθρωποκτονιών
連続猟奇殺人 れんぞくりょうきさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακές αποτρόπαιες δολοφονίες
連続猟奇殺人事件 れんぞくりょうきさつじんじけん

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακή υπόθεση αποτρόπαιων φόνων
連鎖的 れんさてき

επίθετο

  1. 01 αλυσιδωτός, διαδοχικός
連邦政府関係機関 れんぽうせいふかんけいきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδιακός κυβερνητικός οργανισμός
連邦貯蓄貸付保険公社 れんぽうちょちくかしつけほけんこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 Ομοσπονδιακός Οργανισμός Ασφάλισης Ταμιευτηρίων και Δανείων
  1. 01 παίρνω μαζί μου
  2. 02 ηγούμαι, οδηγώ
  3. 03 ενώνω, συνδέω, συμμετέχω
  4. 04 συνδέω
  5. 05 παρέα, ομάδα
  6. 06 συμμορία
  7. 07 κλίκα, παρέα