347 αποτελέσματα για «長»

長岡大学 ながおかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ναγκαόκα
長部 ちょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ντίγκα νικάγια, συλλογή μακρών λόγων
長く暑い夏 ながくあついなつ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ και θερμό καλοκαίρι (του 1967, όταν ξέσπασαν φυλετικές ταραχές σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ)
長野県警 ながのけんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία νομού Ναγκάνο (συντ.)
長崎県警 ながさきけんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία νομού ναγκασάκι (συντομογραφία)
長大 ちょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ναγκασάκι (συντομογραφία)
  1. 01 μακρύς
  2. 02 αρχηγός, ηγέτης
  3. 03 ανώτερος, κορυφαίος
  4. 04 ανώτερος (σε ηλικία ή θέση), παλαιότερος