556 αποτελέσματα για «上»

上腕動脈 じょうわんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 βραχιόνια αρτηρία
上首 じょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός, ηγέτης, καθοδηγητής
上がり高 あがりだか

ουσιαστικό

  1. 01 έσοδα, εισόδημα, εισπράξεις, απόδοση
上古史 じょうこし

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαία ιστορία
上一段活用 かみいちだんかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση των ρημάτων ichidan που λήγουν σε "iru"
上層風 じょうそうふう

ουσιαστικό

  1. 01 άνω άνεμοι
上皇后陛下 じょうこうごうへいか

ουσιαστικό

  1. 01 τέως αυτοκράτειρα, επίτιμη αυτοκράτειρα
上手の手から水が漏れる じょうずのてからみずがもれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακόμη και ο πιο επιδέξιος μπορεί να κάνει λάθος, κανείς δεν είναι αλάνθαστος
上騰 じょうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανέρχομαι, αυξάνομαι, εκτινάσσομαι
上文 じょうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 το προαναφερθέν, το ανωτέρω κείμενο
上限価格 じょうげんかかく

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατο όριο τιμής, μέγιστη τιμή
上方語 かみがたご

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεκτος του Κανσάι της περιόδου Έντο
上駒 かみごま

ουσιαστικό

  1. 01 καμιγκόμα (ο καβαλάρης στο πάνω μέρος του λαιμού ενός σαμισέν, που στηρίζει τη δεύτερη και την τρίτη χορδή)
上焦 じょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 άνω θερμαστής (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
上門 じょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερσυνομοταξία
上米 うわまい

ουσιαστικό

  1. 01 προμήθεια
  2. 02 φόρος κατανάλωσης
上湯 シャンタン

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτερης ποιότητας κινεζικός ζωμός
上湯 かみゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω πισίνα (π.χ. σε ιαματικά λουτρά), πάνω λουτρό
上一段 かみいちだん

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση των ρημάτων κάμι ιτσιντάν που λήγουν σε "-iru"
上げたり下げたり あげたりさげたり

ουσιαστικό

  1. 01 ανέβασμα και κατέβασμα, έπαινος και επίκριση