526 αποτελέσματα για «下»

下剃り したぞり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαθητευόμενος κουρέας
下一段 しもいちだん

ουσιαστικό

  1. 01 κλίση των ρημάτων σιμοϊτσιδάν που λήγουν σε «έρου»
下腿骨 かたいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 οστό της κνήμης (κυρίως η κνήμη και η περόνη, αλλά μερικές φορές συμπεριλαμβάνεται και η επιγονατίδα)
下欄 からん

ουσιαστικό

  1. 01 κείμενο στο κάτω μέρος μιας σελίδας, εγγράφου, οθόνης κ.λπ.
下医 かい

ουσιαστικό

  1. 01 κακός ιατρός, κακός γιατρός
下げ潮 さげしお

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια κατά την άμπωτη, άμπωτη
下位文化 かいぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 υποκουλτούρα
下げ相場 さげそうば

ουσιαστικό

  1. 01 πτωτική αγορά
下流老人 かりゅうろうじん

ουσιαστικό

  1. 01 φτωχός ηλικιωμένος, εξαθλιωμένος συνταξιούχος
下染め したぞめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προκαταρκτική βαφή, προβαφή
下見板 したみいた

ουσιαστικό

  1. 01 επένδυση τοίχου (σε σπίτι), σανίδα εξωτερικής επένδυσης, σανίδα προστασίας από τις καιρικές συνθήκες
下学上達 かがくじょうたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ τη μελέτη μου με κάτι οικείο και σταδιακά αυξάνω το βάθος της μάθησης
下仕事 したしごと

ουσιαστικό

  1. 01 προπαρασκευαστική εργασία, κοπιαστική εργασία
  2. 02 υπεργολαβία
下種女 げすおんな

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα χαμηλής κοινωνικής τάξης
下町人情 したまちにんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 η ζεστασιά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη των κατοίκων στις παραδοσιακές εμπορικές και εργατικές γειτονιές
下編 げへん

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερος τόμος (σε σύνολο δύο), τρίτος τόμος (σε σύνολο τριών)
下属音 かぞくおん

ουσιαστικό

  1. 01 υποδεσπόζουσα (νότα)
下向き矢印 したむきやじるし

ουσιαστικό

  1. 01 κάτω βέλος
下駄の雪 げたのゆき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κόλακας, υποτακτικός, αυλοκόλακας, χιόνι που κολλάει κάτω από το τσόκαρο γκέτα
下湯 しもゆ

ουσιαστικό

  1. 01 λουτρό καθιστού τύπου, λουτρό για το κάτω μέρος του σώματος
  2. 02 χαμηλότερη πισίνα (π.χ. σε ιαματικά λουτρά ονσέν), χαμηλότερο λουτρό