368 αποτελέσματα για «入»
入館証 にゅうかんしょう
ουσιαστικό
- 01 πάσο εισόδου (σε κτίριο), κάρτα εισόδου, κάρτα επισκέπτη
入管庁 にゅうかんちょう
ουσιαστικό
- 01 Υπηρεσία Μετανάστευσης της Ιαπωνίας
入力補助 にゅうりょくほじょ
ουσιαστικό
- 01 βοήθεια εισαγωγής, υποβοήθηση εισαγωγής, μέσο διευκόλυνσης πληκτρολόγησης
入城料 にゅうじょうりょう
ουσιαστικό
- 01 αντίτιμο εισόδου (για κάστρο), εισιτήριο εισόδου
入眠障害 にゅうみんしょうがい
ουσιαστικό
- 01 διαταραχή έναρξης ύπνου, αϋπνία έναρξης ύπνου
入眠時幻覚 にゅうみんじげんかく
ουσιαστικό
- 01 υπναγωγική ψευδαίσθηση
入れ直す いれなおす
ρήμα
- 01 επανατοποθετώ, βάζω ξανά μέσα, εισάγω εκ νέου (π.χ. δεδομένα, κωδικό πρόσβασης), ξαναπακετάρω (π.χ. αποσκευές)
- 02 ανασυγκροτούμαι (το μυαλό), ανανεώνω (την αποφασιστικότητά μου), συνέρχομαι
- 03 σερβίρω ξανά (π.χ. τσάι), ξαναφτιάχνω (ρόφημα)
- 04 επανεγκαθιστώ (π.χ. λογισμικό, εφαρμογή)
- 05 κάνω επανεκκίνηση (συσκευής), επανεκκινώ, απενεργοποιώ και ενεργοποιώ ξανά
入
- 01 μπαίνω
- 02 εισάγω