433 αποτελέσματα για «全»

全校生徒 ぜんこうせいと

ουσιαστικό

  1. 01 το σύνολο των μαθητών του σχολείου, όλοι οι μαθητές του σχολείου
全席指定 ぜんせきしてい

άλλο

  1. 01 όλες οι θέσεις κρατημένες, αποκλειστικά κρατημένες θέσεις
全席禁煙 ぜんせききんえん

άλλο

  1. 01 πλήρως μη καπνιζόντων, απαγορεύεται το κάπνισμα σε όλες τις θέσεις (κατάστημα, χώρος κ.λπ.)
全粥 ぜんがゆ

ουσιαστικό

  1. 01 πηχτός χυλός ρυζιού, μαλακό βρασμένο ρύζι
全振り ぜんふり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επένδυση όλων των πόντων χαρακτηριστικών σε μία μόνο ιδιότητα (π.χ. σε παιχνίδι ρόλων)
  2. 02 αποκλειστική εστίαση σε μία μόνο δεξιότητα (εις βάρος των άλλων)
全縁 ぜんえん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο περιθώριο (φύλλου), ακμή φύλλου χωρίς οδοντώσεις ή εξογκώματα
全摘 ぜんてき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρης αφαίρεση, ολική εκτομή
全県 ぜんけん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος ο νομός
  2. 02 κάθε νομός
全日制高校 ぜんにちせいこうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσιο λύκειο, λύκειο πλήρους φοίτησης
全数調査 ぜんすうちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 απογραφή, πλήρης καταμέτρηση, εξαντλητική έρευνα
全方位的 ぜんほういてき

επίθετο

  1. 01 πανκατευθυντικός, ολόπλευρος, καθολικός
全手葉椎 マテバシイ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική πέτρινη βελανιδιά (λιθόκαρπος ο βρώσιμος)
全権委任法 ぜんけんいにんほう

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσιοδοτικός νόμος
  2. 02 Εξουσιοδοτικός Νόμος (Γερμανία, 1933)· Ermächtigungsgesetz
全国地方公共団体コード ぜんこくちほうこうきょうだんたいコード

ουσιαστικό

  1. 01 κωδικός τοπικής αυτοδιοίκησης, πρότυπος κωδικός περιοχής
全体主義者 ぜんたいしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωτικός
全身打撲 ぜんしんだぼく

ουσιαστικό

  1. 01 μελανιασμένος σε όλο το σώμα, πολλαπλές θλάσεις, μώλωπες σε ολόκληρο το σώμα
全面衝突 ぜんめんしょうとつ

ουσιαστικό

  1. 01 γενική σύγκρουση, ολοκληρωτική αντιπαράθεση
全能感 ぜんのうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα παντοδυναμίας, συναίσθημα ότι μπορεί κανείς να κάνει τα πάντα
全軽自協 ぜんけいじきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικός Σύνδεσμος Μικρών Οχημάτων
全国楽器協会 ぜんこくがっききょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Πανιαπωνική ένωση μουσικών οργάνων