475 αποτελέσματα για «公»
公認欠席届 こうにんけっせきとどけ
ουσιαστικό
- 01 αίτηση επίσημης απουσίας, έγγραφο δικαιολογημένης απουσίας
公式出版物 こうしきしゅっぱんぶつ
ουσιαστικό
- 01 επίσημη έκδοση, επίσημες εκδόσεις
公衆送信権 こうしゅうそうしんけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα δημόσιας μετάδοσης (π.χ. ανάρτηση υλικού που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα στο διαδίκτυο κ.λπ.)
公企業 こうきぎょう
ουσιαστικό
- 01 δημόσια επιχείρηση
公共物汚損 こうきょうぶつおそん
ουσιαστικό
- 01 βανδαλισμός, δολιοφθορά δημόσιας περιουσίας
公権的解釈 こうけんてきかいしゃく
ουσιαστικό
- 01 επίσημη ερμηνεία (π.χ. ενός νόμου)
公債市場 こうさいいちば
ουσιαστικό
- 01 αγορά ομολόγων
公傷制度 こうしょうせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα απαλλαγής λόγω επίσημου τραυματισμού, σύστημα που απαλλάσσει παίκτες οι οποίοι τραυματίστηκαν σε επίσημο αγώνα από τη μείωση αποδοχών ή τον υποβιβασμό
公共部門 こうきょうぶもん
ουσιαστικό
- 01 δημόσιος τομέας
公務員研修所 こうむいんけんしゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτικό κέντρο δημοσίων υπαλλήλων
公奴婢 くぬひ
ουσιαστικό
- 01 κρατικός δούλος
公開かぎ こうかいかぎ
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο κλειδί
公開アーカイブ こうかいアーカイブ
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο αρχείο
公開キー こうかいキー
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο κλειδί
公開鍵基盤 こうかいかぎきばん
ουσιαστικό
- 01 υποδομή δημόσιου κλειδιού
公開識別子 こうかいしきべつし
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο αναγνωριστικό
公開文 こうかいぶん
ουσιαστικό
- 01 δημόσιο κείμενο
公開文記述 こうかいぶんきじゅつ
ουσιαστικό
- 01 περιγραφή δημόσιου κειμένου
公開文言語 こうかいぶんげんご
ουσιαστικό
- 01 γλώσσα δημόσιου κειμένου
公開文指示シーケンス こうかいぶんしじシーケンス
ουσιαστικό
- 01 ακολουθία εντολών δημόσιου κειμένου